Tuesday, 31 March 2020

KARL POPPER: CRITICAL RATIONALISM


   Αλλά αν πραγματικά απορρίψουμε κάθε αξίωση απόλυτου κύρους σε οποιαδήποτε πηγή γνώσης, πως τότε μπορούμε να ασκήσουμε κριτική σε οποιαδήποτε θεωρία; Δεν ξεκινά κάθε κριτική από ορισμένες βασικές παραδοχές; Δεν εξαρτάται, επομένως, η εγκυρότητα κάθε κριτικής από την αλήθεια αυτών των βασικών παραδοχών; Και ποια η ωφέλεια του να ασκούμε κριτική σε μια θεωρία αν η κριτική πρόκειται να αποδειχθεί ότι δεν έχει εγκυρότητα; Αλλά, για να δείξουμε ότι είναι έγκυρη, δεν πρέπει να θεμελιώσουμε ή να δικαιολογήσουμε τις βασικές της παραδοχές; Και δεν είναι η θεμελίωση ή η δικαιολόγηση οποιαδήποτε βασικής παραδοχής αυτό ακριβώς που ο καθένας επιχειρεί να κάνει (αν και συχνά μάταια) και που εδώ ισχυριζόμαστε πως είναι αδύνατο; Αλλά αν είναι αδύνατο, δεν είναι τότε αδύνατη και η (έγκυρη) κριτική;
   Πιστεύω πως αυτή ακριβώς η σειρά των ερωτημάτων ή αντιρρήσεων είναι εκείνη που έχει αποτελέσει φραγμό στον δρόμο προς μία (δοκιμαστική) αποδοχή της οπτικής για την οποία συνηγορούμε εδώ
: όπως φανερώνουν αυτά τα ερωτήματα, μπορεί κανείς εύκολα να οδηγηθεί στην πεποίθηση ότι, από λογική άποψη, η κριτική μέθοδος είναι εκτεθειμένη στους ίδιους ακριβώς κινδύνους με όλες τις άλλες μεθόδους∙ εφόσον δεν μπορεί να λειτουργήσει χωρίς να προϋποθέτει βασικές παραδοχές, θα έπρεπε να θεμελιώσει ή να δικαιολογήσει αυτές τις παραδοχές∙ ωστόσο η όλη ιδέα του επιχειρήματος μας ήταν ότι δεν μπορούμε να θεμελιώσουμε ή να δικαιολογήσουμε τίποτα ως βέβαιο, ή ακόμα ως πιθανό, παρά πρέπει να αρκεστούμε σε θεωρίες που αντέχουν στην κριτική.
   Είναι κατάδηλο πως οι αντιρρήσεις αυτές είναι πολύ σοβαρές. Εξαιρούν τη βαρύτητα της αρχής μας, σύμφωνα με την οποία τίποτα δεν εξαιρείται από την κριτική ή δεν θα ‘πρεπε να θεωρηθεί πως εξαιρείται – ούτε και η ίδια η αρχή της κριτικής μεθόδου.
   Οι αντιρρήσεις, έτσι, αυτές συνιστούν μια ενδιαφέρουσα και σημαντική κριτική της θέσης μου. Αλλά η κριτική αυτή μπορεί, με τη σειρά της, να υποστεί κριτική∙ και ακόμα μπορεί να αναιρεθεί.
   Πρώτα απ’ όλα, ακόμα και αν επρόκειτο να δεχθούμε ότι κάθε κριτική ξεκινά από ορισμένες βασικές παραδοχές, αυτό δεν θα συνεπαγόταν κατ’ ανάγκη ότι, για να είναι έγκυρη η κριτική, θα πρέπει αυτές οι παραδοχές να είναι θεμελιωμένες και δικαιολογημένες. Γιατί αυτές μπορεί, λόγου χάρη, να αποτελούν μέρος της θεωρίας κατά της οποίας στρέφεται η κριτική (στην περίπτωση αυτή μιλάμε για «εμμενή κριτική» [
immanent criticism]). Ή μπορεί να είναι παραδοχές που θα θεωρούνταν γενικά αποδεκτές, και παρά το ότι δεν αποτελούν μέρος της κρινόμενης θεωρίας. Στην περίπτωση αυτή η κριτική θα ισοδυναμούσε με επισήμανση του ότι η κρινόμενη θεωρία αντιφάσκει (και αυτό το αγνοούν οι υπερασπιστές της) προς ορισμένες γενικά αποδεκτές απόψεις. Η κριτική αυτού του είδους μπορεί να είναι ιδιαίτερα πολύτιμη ακόμα και όταν δεν είναι αποτελεσματική∙ γιατί μπορεί να οδηγήσει τους υπερασπιστές της κρινόμενης θεωρίας να θέσουν σε αμφισβήτηση αυτές τις γενικά αποδεκτές απόψεις και αυτό μπορεί να οδηγήσει με την σειρά του σε σημαντικές ανακαλύψεις (ένα ενδιαφέρον παράδειγμα είναι η ιστορία της θεωρίας του Dirac για τα αντίσωματίδια).
   Μπορεί, τέλος, να πρόκειται για παραδοχές που έχουν το χαρακτηριστικό μιας αντιτιθέμενης θεωρίας (και σ’ αυτή την περίπτωση η κριτική μπορεί να ονομαστεί «υπερβατική κριτική» [
transcendent criticism] σε αντιδιαστολή προς την «εμμενή κριτική» [immanent criticism]): μπορεί, για παράδειγμα, οι παραδοχές να είναι υποθέσεις ή εικασίες που μπορούν, ανεξάρτητα, να υποστούν κριτική και έλεγχο. Στην περίπτωση αυτή η προβαλλόμενη κριτική θα ισοδυναμούσε με πρόκληση για τη διεξαγωγή ορισμένων κρίσιμων δοκιμασιών προκειμένου να αποφασίσουμε υπέρ της μίας ή της άλλη από δύο ανταγωνιζόμενες θεωρίες.
   Τα παραδείγματα αυτά δείχνουν ότι οι σημαντικές αντιρρήσεις που προβλήθηκαν εδώ κατά της θεωρίας μου για την κριτική βασίζονται στο αστήρικτο δόγμα ότι η κριτική, για να είναι «έγκυρη», πρέπει να ξεκινάει από παραδοχές που είναι θεμελιωμένες ή δικαιολογημένες.
   Επιπλέον, η κριτική μπορεί να είναι σημαντική, διαφωτιστική και ακόμα γόνιμη, χωρίς να είναι έγκυρη
: τα επιχειρήματα που χρησιμοποιούνται για να απορρίψουν κάποια μη έγκυρη κριτική μπορεί να ρίξουν αρκετό φως πάνω σε μια θεωρία και μπορούν να χρησιμοποιηθούν ως ένα (δοκιμαστικό) επιχείρημα υπέρ της∙ και μπορούμε κάλλιστα να πούμε για μια θεωρία που μπορεί μ’ αυτό τον τρόπο να υπερασπισθεί τον εαυτό της κατά της κριτικής, ότι στηρίζεται με κριτικά επιχειρήματα.
   Πολύ γενικά, μπορούμε να πούμε ότι η έγκυρη κριτική μιας θεωρίας συνίσταται στο να επισημανθεί ότι η θεωρία δεν καταφέρνει να λύσει τα προβλήματα τα οποία υποθέτονταν ότι λύνει∙ και αν δούμε την κριτική κάτω απ’ αυτό το φως, θα διαπιστώσουμε πως σίγουρα δεν είναι αναγκαίο να εξαρτάται από οποιαδήποτε ιδιαίτερο σύνολο βασικών παραδοχών (ότι δηλαδή μπορεί να είναι «εμμενής»), ακόμα και παρά το ότι μπορεί κάλλιστα να έχει αρχικά εμπνευσθεί από ορισμένες παραδοχές που είναι ξένες προς την υπό συζήτηση θεωρία (δηλαδή που την «υπερβαίνουν»).


*Karl Popper, Η Ανοιχτή Κοινωνία και οι Εχθροί της, μτφρ. Ειρήνη Παπαδάκη, εκδ. Παπαζήση, Αθήνα 2003, σ.σ. 580-581.