Wednesday, 29 April 2020
Saturday, 28 December 2019
WERNER HERZOG: 10 ESSENTIAL MOVIES
1. Signs of Life (1968)
2. Even Dwarfs Started Small (1970)
3. Aguirre, the Wrath of God (1972)
4. The Enigma of Kaspar Hauser (1974)
5. Heart of Glass (1976)
6. Stroszek (1977)
7. Woyzeck (1979)
8. Nosferatu the Vampyre (1979)
9. Fitzcarraldo (1982)
10. Cobra Verde (1987)
"Werner Herzog is regarded as one of the most eccentric figures of das neue kino. His films feature inspiring landscapes and controversial actors (the flamboyant Klaus Kinski, the strange Bruno S.) at odds with their world. Herzog is also well known for the making of his films, whether hypnotizing the entire cast in Heart of Glass (1976), dragging a boat through the Amazon jungle for Aguirre, the Wrath of God (1972), or feuding with actor Kinski… One of the leading figures of the New German Cinema, he has remained a radical individualist and a cinematic visionary for over forty years. His films disturb by their questioning of the bases of human civilization and its values."
―Schirmer Encyclopedia of Film, 2006,
"Fond of shooting in difficult locations, he can seem as eccentric and driven as one of his heroes. Recently he appears to have found it difficult to continue making films, but his visionary work of the 70s constitutes a high point of the modern cinema."
―Geoff Andrew, The Director's Vision, 1999.
"It was immediately clear that Herzog possessed a quick sense of narrative; a withdrawn, mobile camera; and a dark, inquisitive humour... As attention fell on Herzog, so his pursuit of extremism became a little more studied; it began to seem more zealous than natural... Herzog pictures were events in the seventies, but they became very hard to see, Fitzcarraldo was the last film to get wide screenings"
―David Thomson, The New Biographical Dictionary of Film, 2002.
"Werner Herzog, more than any director of his generation, has through his films embodied German history, character, and cultural richness. While references to verbal and other visual arts would be out of place in treating most film directors, they are key to understanding Herzog. For his techniques he reaches back into the early part of the twentieth century to the Expressionist painters and filmmakers, back to the Romantic painters and writers for the luminance and allegorization of landscape and the human figure."
―Rodney Farnsworth, The St. James Film Directors Encyclopedia, 1998.
"The auteur theory of directorial supremacy promulgated by the Cahiers du Cinéma boys seems tailor-made for the philosophically inclined Herzog. Indeed his single-mindedness in getting his visions onto celluloid has sometimes more resembled the compulsive tic of an incipient madman, particularly when twinned with the complementary mania of actor Klaus Kinski, whom Herzog, despite his better judgment, and at some considerable risk to what remained of his own sanity, persisted in using as his alter ego on screen."
―Mario Reading, The Movie Companion, 2006,
"Herzog exerts total control over his work, which he also produces and writes. His films are deeply personal and thoroughly uncompromising. Although he once stated that "film is not the art of scholars but of illiterates," much of his work remains beyond the grasp or interest of mass audiences. But he is increasingly admired by a widening horde of filmgoers as one of the most creative and exhilarating artists on the international film scene today."
―The MacMillan International Film Encyclopedia, 1994.
"One of the best of the new wave of German filmmakers, Herzog has already mastered themes of illusion, delusion, alienation, and hypocrisy."
―William R. Meyer, The Film Buff's Catalog, 1978.
“Filmmaking is athletics over aesthetics”, says the indefatigable Werner Herzog, whose astonishing body of work is evidence of a director with the physical and psychological fortitude of an iron-man triathlon runner. Herzog’s is a cinema of extremes of climate, circumstance and human endurance.”
―Jessica Winter, The Rough Guide to Film, 2007.
Werner Herzog’s 5 Favourite Movies
1. Freaks (1932) by Tod Browning
2. Intolerance (1916) by D.W. Griffith
3. Nosferatu (1922) by F.W. Murnau
4. Rashomon (1950) by Akira Kurosawa
5. Where is the Friend's Home? (1987) by Abbas Kiarostami
WERNER HERZOG: ΑΝΑΖΗΤΩΝΤΑΣ ΤΟ ΑΠΟΛΥΤΟ
Πριν την παράλληλη – και καλλιτεχνικά αξεπέραστη - πορεία του με τον Κίνσκι όμως, οι πρώτες περιπλανήσεις του Βέρνερ Χέρτζογκ, τον έφεραν στα Βαλκάνια και το 1968 στην Ελλάδα, όπου γύρισε στην Κω, την πρώτη του μεγάλου μήκους ταινία με τίτλο Signs of life. Το φιλμ απέσπασε την Αργυρή Άρκτο για ταινία πρωτοεμφανιζόμενου σκηνοθέτη και ο Χέρτζογκ, σε ηλικία 24 ετών συστήθηκε στο παγκόσμιο κοινό με την πρώτη του απόπειρα να συνθέσει μια ιδιαίτερη προσωπική φιλμική γλώσσα. Δυο χρόνια αργότερα, ο Χέρτζογκ αφηγείται έναν σουρεαλιστικό εφιάλτη, που φέρει τον τίτλο Even dwarves started small. Μια κοινωνία νάνων που προσομοιάζει με ολόκληρο τον κόσμο, μια συγκλονιστική αλληγορία για την υποσυνείδητη επιθυμία του ανθρώπου να σπάσει τα δεσμά των καθημερινών συνηθειών που προσδιορίζουν τη ζωή του.
Το 1972 η ταινία Aguirre, the wrath of god, σηματοδοτεί την αρχή της σχεδόν ‘ανθρωποφαγικής’ σχέσης του Χέρτζογκ με τον Κλάους Κίνσκι. Το φιλμ, ένα αριστουργηματικό σχόλιο πάνω στην σκοτεινή ανθρώπινη πλευρά και την παράνοια της εξουσίας. Τα ίδια τα γυρίσματα της ταινίας έγραψαν τη δική τους ιστορία στον κινηματογραφικό χώρο. Φημολογείται ότι όταν ο Κίνσκι απείλησε να παραιτηθεί, ο Χέρτζογκ τον σημάδεψε με όπλο, αναγκάζοντάς τον να ολοκληρώσει την ταινία! Στην αυτοβιογραφία του ο Κίνσκι αρνείται το περιστατικό, λέγοντας ότι το όπλο το κρατούσε ο ίδιος.
Το 1975 ο Χέρτζογκ επιλέγει έναν πρώην τρόφιμο ψυχιατρείου, τον Bruno S για να πρωταγωνιστήσει στο καθηλωτικό φιλμ The Enigma of Kaspar Hauser – Every Man for Himself and God Against All, εξιστορώντας την τραγική ζωή ενός 16χρονου αγοριού που βρέθηκε σε άθλια κατάσταση στην κεντρική πλατεία της Νυρεμβέργης το 1828 και το οποίο είχε μεγαλώσει κλεισμένο σε ένα κελί, σαν αγρίμι όλη του τη ζωή. Με τον Bruno S, ο Χέρτζογκ ξαναβρέθηκε στο πλατό για τα γυρίσματα του Stroszek (1977), μια καταγγελία της επίπλαστης αμερικανικής ευδαιμονίας, μια τραγελαφική προσέγγιση του αμερικανικού ονείρου που εξελίσσεται σε εφιάλτης. Ανάμεσα στις δυο ταινίες γυρίζει το Heart of Glass (1976), για τις ανάγκες του οποίου υποβάλλει ολόκληρο το επιτελείο των ηθοποιών σε ύπνωση.
Παράλληλα ο Χέρτζογκ ταξιδεύει σε όλο τον κόσμο, γυρίζοντας ασταμάτητα ντοκιμαντέρ. Ανάμεσά τους, το Fata Morgana (1970), μια ελεγεία επιστημονικής φαντασίας με φόντο την έρημο Σαχάρα, αλλά και το Land of silence and darkness (1971), στο οποίο ο δημιουργός επιχειρεί να προσεγγίσει τον κόσμο όσων δεν βλέπουν και δεν ακούν, μέσα από το πορτρέτο της 56χρονης τυφλής και κωφής Φίνι Στραουμπίνγκερ.
Τα επόμενα χρόνια, εξαιρετικά παραγωγικά και δημιουργικά, αποκρυσταλλώνουν το παράδοξο κινηματογραφικό όραμα του Χέρτζογκ. Το 1978, βασισμένος στον εξπρεσιονιστικό Nosferatu του Μουρνάου, γυρίζει τον δικό του Nosferatu, ένα μπαρόκ ποίημα τρόμου με τον Κλάους Κίνσκι να πλάθει μια αξέχαστη τραγική κινηματογραφική φιγούρα που ζει στις σκιές. Ο γερμανός ηθοποιός, παραμένει σταθερός συνοδοιπόρος του σκηνοθέτη, τόσο στο Woyzeck (1979), πιστή κινηματογραφική μεταφορά του θεατρικού έργου του Γκέοργκ Μπίχνερ, όσο και στο θρυλικό πλέον – τόσο καλλιτεχνικά, όσο και παρασκηνιακά - Fitzcarraldo (1982). Στο φιλμ, ένας Ιρλανδός τυχοδιώκτης ονειρεύεται να φτιάξει μια όπερα στο βάθος της ζούγκλας του Αμαζονίου. Για το παράτολμο σχέδιο του παρανοϊκού ήρωα, ο Χέρτζογκ έσυρε ένα ολόκληρο πλοίο από την μια πλαγιά ενός βουνού στην άλλη. Κατά τη διάρκεια των γυρισμάτων οι σχέσεις Χέρτζογκ και Κίνσκι, έφτασαν γι’ ακόμη μια φορά στα άκρα, με τον ηθοποιό να βρίσκεται στα πρόθυρα της νευρικής κατάρρευσης. Μάλιστα οι Ινδιάνοι που συμμετέχουν στην ταινία είχαν προσφερθεί να δολοφονήσουν τον ‘δύσκολο’ ηθοποιό για χάρη του σκηνοθέτη(!) «Μερικές φορές ευχόμουν να το είχαν κάνει», θα πει αστειευόμενος χρόνια αργότερα ο δημιουργός.
Το 1984 ο Χέρτζογκ καταθέτει μια εξαιρετική σπουδή της ανθρώπινης φύσης, με την ταινία του Where the green ants dream και φόντο την έρημο στην Αυστραλία. Το φιλμ αποτελεί χαρακτηριστικό παράδειγμα της επιμονής του Χέρτζογκ να μην διαχωρίζει τα κινηματογραφικά είδη, αναμειγνύοντας μυθοπλαστικά και ντοκιμαντερίστικα στοιχεία. Τρία χρόνια αργότερα συναντάται ξανά με τον Κλάους Κίνσκι, στο Cobra Verde, για να αφηγηθεί την ιστορία ενός διαμόνιου διεφθαρμένου τυχοδιώκτη και ταυτόχρονα να προσεγγίσει το θέμα της δουλείας στην Αφρική του 19ου αιώνα, ενώ το 1991 γυρίζει το Scream of Stone, με οδηγό του μια ομάδα ορειβατών στην Παταγονία.
Την δεκαετία που θα ακολουθήσει ο Βέρνερ Χέρτζοκ αφιερώνεται σχεδόν εξ ολοκλήρου στο ντοκιμαντέρ. Και το 1999, οχτώ χρόνια μετά τον θάνατο του Κλάους Κίνσκι, γυρίζει το My best friend, αποτίνοντας έναν ανορθόδοξο φόρο τιμής στον ηθοποιό, ιχνηλατώντας το χρονικό μιας θρυλικής συνύπαρξης. Η διαβόητη συνεργασία τους που σφραγίστηκε με πέντε ταινίες, τροφοδοτεί τα παραπολιτιστικά του κινηματογραφικού μύθου, μέσα από ανέκδοτες ιστορίες και απίστευτες μαρτυρίες.
Στην μυθοπλασία επιστρέφει δέκα χρόνια μετά, υπογράφοντας δυο πολεμικά δράματα: Το 2001, το Invincible, ενώ το 2006 το Rescue Dawn, η πρώτη καθαρά αμερικανική παραγωγή του δημιουργού, με τον Κρίστιαν Μπέιλ να ενσαρκώνει τον αμερικανο – γερμανό Ντίτερ Ντένγκλερ, τον ήρωα πιλότο, για τον οποίο ο Χέρτζογκ είχε γυρίσει στο παρελθόν, το ντοκιμαντέρ Little Dieter Needs to fly (1997).
Πολυσχιδής και ακούραστος, ο Χέρτζογκ εξακολουθεί να ακολουθεί ήρωες στα άκρα. Του νου και του κόσμου: Στο Θιβέτ και τη βουδιστική φιλοσοφία για το Wheel of time (2003), στην τροπική ζούγκλα της Γουιάνας, όπου γύρισε το The white diamond (2004), στην παγωμένη Αλάσκα, χαρτογραφώντας τον τόπο, αλλά κι έναν περίπλοκο άνθρωπο στο Grizzly Man (2005), στην απόκοσμη Ανταρκτική για το Encounters at the end of the world (2007).
Και συνεχίζει ακάθεκτος να συνθέτει, αποσυνθέτει και ανασυνθέτει τον κινηματογραφικό του εαυτό, μέχρι και σήμερα. Άλλωστε το ομολογεί και ο ίδιος: «Είμαι οι ταινίες μου».
Wednesday, 2 October 2019
AGUIRRE, DER ZORN GOTTES (1972) BY WERNER HERZOG
To «Αγκίρε, η Οργή του Θεού» είναι γερμανική
epic historical adventure drama ταινία σε παραγωγή, σενάριο και σκηνοθεσία
Werner Herzog. Ο W. Herzog είναι από τους
σημαντικότερους εκπροσώπους του Νέου Γερμανικού Κινηματογράφου, μαζί με τον Wim Wenders. Στη ταινία πρωταγωνιστεί ο Klaus Kinski στον ρόλο της ζωής του. Τη μουσική της ταινίας υπογράφει
το δυτικογερμανικό progressive/krautrock συγκρότημα Popol Vuh. Η ταινία, η οποία έγινε cult αμέσως μόλις κυκλοφόρησε, λογίζεται
σήμερα ως μία από τις σπουδαιότερες ταινίες του γερμανικού κινηματογράφου αλλά
και της ιστορίας της 7ης Τέχνης εν γένει. Το περιοδικό Time τη συμπεριέλαβε ανάμεσα στις 100 Σπουδαιότερες Ταινίες
όλων των Εποχών, το Sight & Sound επίσης, και ο Roger Ebert την έβαλε στην λίστα του των "The Great Movies" καθώς και στις δέκα πιο αγαπημένες του. Τα οπτικά
εφέ, το αφηγηματικό στυλ της ταινίας, η σκηνοθεσία της αλλά και το ταξίδι μέσα
στην άγρια φύση - και, πιο συγκεκριμένα, στον ποταμό του Αμαζονίου - με τη
παράλληλη κλιμάκωση της ψυχολογίας των πρωταγωνιστών αποτέλεσαν τη κύρια πηγή
έμπνευσης του Francis Ford Coppola για την σκηνοθεσία του Apocalypse Now (1979).
Το 1560, μία
ομάδα Ισπανών τυχοδιωκτών κονκισταδόρων, υπό την ηγεσία του Gonzalo Pizarro, ξεκινά από τα υψίπεδα του Περού, με σκοπό να εντοπίσει
και να κατακτήσει το μυθικό βασίλειο του El Dorado. “El Dorado” («Ο Χρυσός») είναι το όνομα με το
οποίο ήταν γνωστός στους Ισπανούς αποικιοκράτες ένας φανταστικός τόπος των
θρύλων των αυτοχθόνων, στο βόρειο τμήμα της Νότιας Αμερικής, στον οποίο
πίστευαν ότι υπήρχε το χαμένο Ανάκτορο των Ίνκας γεμάτο χρυσό και ανεξάντλητα
πλούτη. Αμέτρητες αποστολές έψαξαν να το βρουν και, παρόλο που δεν βρέθηκε
ποτέ, η μανία των Ισπανών κατακτητών για πλούτη έγινε η αιτία για μαζικά
εγκλήματα κατά των ιθαγενών λαών της Αμερικής. Εξαιτίας των αντίξοων συνθηκών
και των πολλών απωλειών, ο Pizarro επανδρώνει μία αποστολή που
αποτελείται από σαράντα άτομα, προς ανεύρεση τροφίμων και πληροφοριών για την
πόλη του El Dorado. Η ομάδα αυτή θα έχει μια εβδομάδα για να επιστρέψει με
όσα περισσότερα καταφέρει να μάθει για το El Dorado, ενώ σε αντίθετη περίπτωση θα
θεωρηθεί χαμένη. Αρχηγός αυτής της αποστολής στέφεται ο Don Pedro de Ursua, ο οποίος ταξιδεύει με την γυναίκα του, Inez. Υπαρχηγός της ομάδας ορίζεται ο Don Lope de Aguirre, ένας παράξενος, φιλόδοξος και μεγαλομανής κονκισταδόρος
αξιωματικός, που ταξιδεύει με την νεαρή του κόρη, την Flores. Πέραν αυτών, την ομάδα συμπληρώνουν ο Don Fernando de Guzman, ένας ευγενής που αντιπροσωπεύει το Ισπανικό Στέμμα,
Ισπανοί κονκισταδόροι στρατιώτες, Ινδιάνοι δούλοι, ένας μαύρος αυτόχθονας και
ένας ιεραπόστολος, ο αδελφός Gaspar de Carvajal. Το οδοιπορικό καταγράφει στο
ημερολόγιο του ο ιεραπόστολος Gaspar de Carvajal, που φέρει ως αποστολή τον
εκχριστιανισμό των παγανιστών που θα συναντήσουν στο ταξίδι τους και την
«μετάδοση του Λόγου του Θεού» στην νέα ήπειρο. Από αυτή την αποστολή το μόνο
που θα διασωθεί θα είναι το ημερολόγιο, το οποίο και αφηγείται, καθώς γράφει,
σε όλη τη διάρκεια του ταξιδιού, ο ίδιος ο Gaspar. Κατά τη διάρκεια του οδοιπορικού
της ομάδας των σαράντα ατόμων, ο Aguirre διαπράττει πραξικόπημα και παίρνει
την εξουσία από τον Don Pedro, τον οποίο και σκοτώνει. Στόχος του είναι να κατακτήσει
το El Dorado και να γίνει αυτός Κυβερνήτης με τα πλούτη που θα βρει
εκεί ολόκληρης της νέας Ηπείρου. Όσο προχωράνε στα βάθη του Αμαζονίου,
παράλληλα με τις αντιξοότητες και τη πείνα, κλιμακώνεται και η ψυχολογία της
ομάδας που αρχίζει να έχει παραισθήσεις αλλά και του πρωταγωνιστή, Aguirre, του οποίου η Βούληση για Δύναμη (Wille zur Macht) τον οδηγεί στη μεγαλομανία και τη παράνοια, καθώς
ένας-ένας από την ομάδα του σκοτώνεται από τους ιθαγενείς που τους ακολουθούν
αθόρυβα καθ’ όλη τη διάρκεια της εξερεύνησης τους. Στη πρότελευταία σεκάνς
πεθαίνουν ο ιερέας και η κόρη του Aguirre, Flores, ενώ στην τελευταία ο ίδιος ο Aguirre, όντας πλέον εντελώς παράφρων, παραληρεί τον
αποκαλυπτικό μονόλογο του μόνος πάνω στη σχεδία στη μέση του ποταμού με όλους
τους νεκρούς συντρόφους του γύρω του και περπατώντας με το χαρακτηριστικό
κουτσό του τρόπο πέρα-δώθε ξεδιπλώνοντας το μεγάλο ερμηνευτικό του ταλέντο ο Klaus Kinski, ενώ ταυτοχρόνως ξεδιπλώνει και το μεγάλο σκηνοθετικό
του ταλέντο ο Werner Herzog παίρνοντας ένα μεγάλο κυκλικό πλάνο με σκάφος γύρω-γύρω
από τη σχεδία και τον Aguirre.
Το «Αγκίρε, η
Οργή του Θεού» είναι ένα οδοιπορικό έπος, που δείχνει πώς μέσα από τη Βούληση
για Δύναμη διαπράττονται μία σειρά εγκλημάτων και οδηγούνται όλοι στη παράνοια,
την μεγαλομανία, την μισαλλοδοξία και, εντέλει, στο θάνατο. Η κύρια ερμηνεία
του έργου είναι ότι πρόκειται για αλληγορία της ανόδου του Hitler και του ναζιστικού κόμματος στην εξουσία. Η ταινία
ξεδιπλώνεται αργά με έμφαση στα πρόσωπα και τα φυσικά τοπία. Τα πλάνα,
συνακολούθως, είναι δύο ειδών: από τη μία μακρινά και αργόσυρτα, με εξαιρετική
φωτογραφία εκπληκτικών τοπίων μέσα στην άγρια ζούγκλα του Αμαζονίου και των
Περουβιανών Άνδεων και, από την άλλη, gros plan με χειροκίνητη κάμερα που
αποτυπώνουν τις ψυχικές και υπαρξιακές αντιδράσεις των προσώπων των
πρωταγωνιστών, και δη του Aguirre. Η εναλλαγή του W. Herzog μεταξύ κοντινών πλάνων που αποτυπώνουν πρόσωπα και
μακρινών πλάνων που αποτυπώνουν τη φύση ενισχύεται από την ιδιαίτερη progressive μουσική των Popol Vuh που θυμίζει εκκλησιαστική μελωδία
παρέχοντας έτσι μία θεολογική διάσταση στο οδοιπορικό αλλά και στον
πρωταγωνιστή, που παρουσιάζεται ως η «Οργή του Θεού». Η «Οργή του Θεού» δεν
είναι τελικά παρά η ίδια η φιλοδοξία, η μεγαλομανία και η βούληση για δύναμη
του ανθρώπου που τα καταστρέφει όλα, τη φύση και τον άνθρωπο. Ο μοναδικός Klaus Kinski παίζει τον ρόλο-σταθμό της καριέρας του εκφράζοντας τη
παρακμή, τη προδοσία, την απληστία, το θάνατο και τη τρέλα με τρόπο αξεπέραστο.
*By Philippos V Philios.
Wednesday, 7 August 2019
AGUIRRE, THE WRATH OF GOD (1972): MOVIE REVIEW BY ROGER EBERT
Werner Herzog’s “Aguirre, the Wrath of God” (1973) is one of the great haunting visions of the cinema. It tells the story of the doomed expedition of the conquistador Gonzalo Pizarro, who in 1560 and 1561 led a body of men into the Peruvian rain forest, lured by stories of the lost city. The opening shot is a striking image: A long line of men snakes its way down a steep path to a valley far below, while clouds of mist obscure the peaks. These men wear steel helmets and breastplates, and carry their women in enclosed sedan-chairs. They are dressed for a court pageant, not for the jungle.
The music sets the tone. It is haunting, ecclesiastical, human and yet something else. It is by Florian Fricke, whose band Popol Vuh (named for the Mayan creation myth) has contributed the soundtracks to many Herzog films. For this opening sequence, Herzog told me, “We used a strange instrument, which we called a ‘choir-organ.’ It has inside it three dozen different tapes running parallel to each other in loops. ... All these tapes are running at the same time, and there is a keyboard on which you can play them like an organ so that [it will] sound just like a human choir but yet, at the same time, very artificial and really quite eerie.”
I emphasize the music because the sound of a Herzog film is organically part of its effect. His stories begin in a straightforward manner, but their result is incalculable, and there is no telling where they may lead: They conclude not in an “ending” but in the creation of a mood within us -- a spiritual or visionary feeling. I believe he wants his audiences to feel like detached observers, standing outside time, saddened by the immensity of the universe as it bears down on the dreams and delusions of man.
If the music is crucial to “Aguirre, the Wrath of God,” so is the face of Klaus Kinski. He has haunted blue eyes and wide, thick lips that would look sensual if they were not pulled back in the rictus of madness. Here he plays the strongest-willed of the conquistadors. Herzog told me that he was a youth in Germany when he saw Kinski for the first time: “At that moment I knew it was my destiny to make films, and his to act in them.”
When Pizarro fears that his expedition is a folly, he selects a small party to spend a week exploring farther up-river. If they find nothing, he says, the attempt will be abandoned. This smaller party is led by the aristocrat Don Pedro de Ursua, with Aguirre (Kinski) as his second in command. Also in the party, along with soldiers and slaves, are a priest, Gaspar de Carvajal; the fatuous nobleman Fernando de Guzman; Ursua’s wife, Flores; Aguirre’s daughter Inez, and a black slave named Okello, who sadly tells one of the women, “I was born a prince, and men were forbidden to look on me. Now I am in chains.”
Herzog does not hurry their journey, or fill it with artificial episodes of suspense and action. What we feel above all is the immensity of the river and the surrounding forest--which offers no shore to stand on because the waters have risen and flooded it. Consider how Herzog handles an early crisis, when one of the rafts is caught in a whirlpool. The slaves row furiously, but the raft cannot move. Herzog’s camera stays across the river from the endangered rafters; their distress seems distant and insoluble. Aguirre contemptuously dismisses any attempt to rescue them, but a party is sent out to try to reach them from the other side. In the morning, the raft still floats in place; everyone on it is dead.
How did they die? I have an idea, but so do you. The point is that death is the destiny of this expedition. Ursua, the leader, is put under arrest. Aguirre arranges the selection of Guzman as their new leader. Soon both are dead. Guzman’s last meal is fish and fruit, which as acting “emperor” he eats greedily while his men count out a few kernel of corn apiece. A horse goes mad, he orders it thrown overboard, and men mutter darkly that it would have supplied meat for a week. Guzman’s dead body is found soon after.
Aguirre rules with a reign of terror. He stalks about the raft with a curious lopsided gait, as if one of his knees will not bend. There is madness in his eyes. When he overhears one of the men whispering of plans to escape, he cuts off his head so swiftly that the dead head finishes the sentence it was speaking. Death occurs mostly offscreen in the film, or swiftly and silently, as arrows fly softly out of the jungle and into the necks and backs of the men. The film’s final images, among the most memorable I have ever seen, are of Aguirre alone on his raft, surrounded by corpses and by hundreds of chattering little monkeys, still planning his new empire.
The filming of “Aguirre” is a legend in film circles. Herzog, a German director who speaks of the “voodoo of location,” took his actors and crew into a remote jungle district where fever was frequent and starvation seemed like a possibility. It is said Herzog held a gun on Kinski to force him to continue acting, although Kinski, in his autobiography, denies this, adding darkly that he had the only gun. The actors, crew members and cameras were all actually on rafts like those we see, and often, Herzog told me, “I did not know the dialogue 10 minutes before we shot a scene.”
The film is not driven by dialogue, anyway, or even by the characters, except for Aguirre, whose personality is created as much by Kinski’s face and body as by words. What Herzog sees in the story, I think, is what he finds in many of his films: Men haunted by a vision of great achievement, who commit the sin of pride by daring to reach for it, and are crushed by an implacable universe. One thinks of his documentary about the ski-jumper Steiner, who wanted to fly forever, and became so good that he was in danger of overshooting the landing area and crushing himself against stones and trees.
Of modern filmmakers, Werner Herzog is the most visionary and the most obsessed with great themes. Little wonder that he has directed many operas. He does not want to tell a plotted story or record amusing dialog; he wants to lift us up into realms of wonder. Only a handful of modern films share the audacity of his vision; I think of “2001: A Space Odyssey” and “Apocalypse Now.” Among active directors, the one who seems as messianic is Oliver Stone. There is a kind of saintly madness in the way they talk about their work; they cannot be bothered with conventional success, because they reach for transcendence.
The companion-film to “Aguirre” is Herzog’s “Fitzcarraldo,” also starring Kinski, also shot in the rain forest, also about an impossible task: a man who physically wants to move a steamship from one river system to another by dragging it across land. Of course Herzog literally dragged a real ship across land to make the film, despite urgent warnings by engineers that the cables would snap and slice everyone in half. A documentary about the shooting of that film, “Burden of Dreams,” by Les Blank, is as harrowing as the film itself.




