§1. Η
έννοια της Υπερβατολογικής Φιλοσοφίας
1. Πάσα γνώσις στηρίζεται εις την συμφωνίαν ενός αντικειμενικού με ένα υποκειμενικόν. -Διότι γνωρίζει κανείς μόνον το αληθές, η αλήθεια όμως τίθεται γενικώς εις την συμφωνίαν των παραστάσεων με τα αντικείμενα των.
2. Δυνάμεθα να ονομάσωμεν την συμπερίληψις παντός του Αντικειμενικού εις την γνώσιν μας Φύσιν· η συμπερίληψις παντός του Υποκειμενικού απεναντίας ονομάζεται το Εγώ ή η Νόησις. Οι δύο έννοιες είναι αντίθετοι προς αλλήλας. Η Νόησις αρχικώς νοείται ως το απλώς παριστών, η Φύσις ως το απλώς παραστατόν, εκείνη μεν ως το ενσυνείδητον, αυτή δε ως το ασυνείδητον. Τώρα όμως είναι αναγκαία εις εκάστην γνώσιν μία αμοιβαία συνάντησις των δύο - του ενσυνειδήτου και του ασυνείδητου· το πρόβλημα είναι το να εξηγηθεί αυτή η συνάντησις.
3. Όμως, ως πάσα γνώση νοείται η σύμπτωση ενός αντικειμενικού με ένα υποκειμενικό. Αλλά στην πρόταση Α=Α δεν υπάρχει αυτή η σύμπτωση. Κάθε πρωταρχική γνώση, επομένως, υπερβαίνει την ταυτότητα της νόησης και η πρόταση Α=Α πρέπει η ίδια να προϋποθέτει μία τέτοια γνώση. - Αφού νοώ το Α, το εννοώ, βεβαίως, ως Α· αλλά πώς συμβαίνει τότε να νοώ το Α; Αν πρόκειται για σχεδιασθείσα [a priori] έννοια, τότε αυτή δεν θεμελιώνει καμία γνώση· αν δε είναι μία γενόμενη έννοια [a posteriori] τότε πρέπει να έχει μία αντικειμενική πραγματικότητα.
Οι προτάσεις της μορφής Α=Α καλούνται Αναλυτικές. Όλες οι προτάσεις, κατά τις οποίες το Υποκείμενο και το Κατηγορούμενο συνάγονται εμμέσως, όχι απλώς διά της ταυτότητας της νοήσεως, αλλά διά του έτερου αυτής [της εμπειρίας], καλούνται Συνθετικές. Όλη μας η γνώση αποτελείται αποκλειστικώς από Συνθετικές προτάσεις.
[...]
5. Πρέπει, λοιπόν, να κατανοηθεί πώς γίνεται να φτάσουμε στην γνώση των Συνθετικών Κρίσεων, ήτοι αυτών που ένα υποκειμενικό συμπίπτει με ένα αντικειμενικό - πράγμα που συμβαίνει σε κάθε Συνθετική Κρίση Α=Β· εδώ το υποκειμενικό, η έννοια, ταυτίζεται με το αντικειμενικό, την εμπειρία.»
*Friedrich Wilhelm Joseph Schelling, «Σύστημα του Υπερβατολογικού Ιδεαλισμού», μτφΡ. Παναγιώτης Δάφνος, Εκδόσεις Κρατερός, Αθήνα 2005, σελ. 125.
