Saturday, 26 October 2019

HANNAH ARENDT: ΣΥΜΠΟΝΙΑ & ΕΠΑΝΑΣΤΑΣΗ



«Επειδή η συμπόνια καταργεί την απόσταση, δηλαδή τον εγκόσμιο χώρο ανάμεσα στους ανθρώπους όπου λειτουργεί η πολιτική, ολόκληρη η σφαίρα των ανθρώπινων υποθέσεων παραμένει, από πολιτική άποψη, αστήρικτη και δίχως συνέπειες. Όπως γράφει ο Melville [η συμπόνια] είναι ανίκανη να εδραιώσει "σταθερούς θεσμούς". Η σιωπή του Ιησού στον Μέγα Ιεροεξεταστή [Dostoevsky] και το τραύλισμα του Billy Budd [Melville] υποδεικνύουν το ίδιο πράγμα, δηλαδή την αδυναμία (ή την έλλειψη βούλησης) για κάθε λογής αποφαντικό ή αποδεικτικό λόγο, όπου "κάποιος μιλάει σε κάποιον για κάτι που αφορά και τους δύο γιατί τους εν-διαφέρει" (που σημαίνει η πολιτική) [...] Ένα τέτοιο "φλυάρο" και λογικό ενδιαφέρον για τον κόσμο είναι τελείως ξένο προς τη συμπόνια, η οποία κατευθύνεται αποκλειστικά, και με παθιασμένη ένταση, προς τον ίδιο πάσχοντα άνθρωπο. Η συμπόνια μιλάει μόνον στον βαθμό που πρέπει να απαντήσει άμεσα στους ωμά εκφραστικούς ήχους και χειρονομίες που καθιστούν ακουστή και ορατή την οδύνη στον κόσμο. Κατά κανόνα, η συμπόνια δεν ξεκινάει για να αλλάξει τις εγκόσμιες συνθήκες, αλλά αν το κάνει, θα αποφύγει τις ανιαρές διαδικασίες της πειθούς, της διαπραγμάτευσης και του συμβιβασμού, ό,τι δηλαδή συνιστά την διαδικασία του νόμου και την πολιτική αυτή καθ' εαυτή, και θα δανείσει τη φωνή της στην ίδια την οδύνη, που θα απαιτήσει βιαστική και άμεση δράση, δηλαδή δράση που χρησιμοποιεί το μέσο της βίας. Κι εδώ, πάλι, η συγγένεια των φαινομένων της καλοσύνης και της συμπόνιας είναι έκδηλη. Γιατί η καλοσύνη, που είναι πάντα "υπεράνω της αρετής", και επομένως υπεράνω του πειρασμού, αδαής όσον αφορά την λογική επιχειρηματολογία με την οποία ο άνθρωπος αμύνεται απέναντι στους πειρασμούς και, μέσω της ίδιας αυτής διαδικασίας, καταλήγει να μάθει τους τρόπους της κακίας, είναι επίσης ανίκανη να μάθει τις τέχνες της πειθούς και της αντιδικίας. Το μεγάλο αξίωμα όλων των πολιτισμένων νομικών συστημάτων, ότι δηλαδή το βάρος της απόδειξης πρέπει πάντα να βαραίνει τον κατήγορο, ξεπήδησε ακριβώς απ' την συναίσθηση ότι μόνον η ενοχή μπορεί αναντίρρητα να αποδειχθεί. Η αθωότητα, αντίθετα, στο βαθμό που είναι κάτι παραπάνω από "μη ενοχή", δεν μπορεί να αποδειχθεί, αλλά πρέπει να γίνει αποδεκτή με βάση τη πίστη και, επομένως, το πρόβλημα είναι ότι αυτή η πίστη δεν μπορεί να στηριχθεί στον δοθέντα λόγο, απλούστατα διότι αυτός μπορεί να είναι ψευδής. Ο Billy Budd μπορούσε να μιλήσει με τη γλώσσα των αγγέλων κι όμως αδυνατούσε να απορρίψει τις κατηγορίες του "στοιχειακού κακού" που αντιμετώπιζε· μπορούσε μόνον να σηκώσει το χέρι του και να ρίξει νεκρό τον κατήγορο. Είναι σαφές ότι ο Melville αντέστρεψε το μυθικό αρχέγονο έγκλημα, τον φόνο του Άβελ απ' τον Κάιν, που έπαιξε τόσο μεγάλο ρόλο στην παράδοση της πολιτικής σκέψης μας, όμως αυτή η αντιστροφή δεν ήταν αυθαίρετη· ακολούθησε την ανατροπή του προπατορικού αμαρτήματος που είχαν κάνει οι πρωτεργάτες της Γαλλικής Επανάστασης, οι οποίοι το είχαν αντικατατήσει με την αντίληψη της [ρουσσωικής] προπατορικής καλοσύνης. Ο Melville αναφέρει το θεμελιακό ερώτημα της ιστορίας του στον πρόλογο: "Πώς είναι δυνατόν μετά τη διόρθωση των κληρονομικών κακών του Παλαιού Κόσμου να γίνει αμέσως η ίδια η Επανάσταση κακοποιός και πιο καταπιεστική και απ' τους Βασιλείς;". Και βρήκε την απάντηση - παραδόξως, αν λάβει κανείς υπόψη του τη συνήθη ταύτιση της καλοσύνης με την πραότητα και την αδυναμία - στο ότι η καλοσύνη είναι δυνατή, δυνατότερη ίσως ακόμα και από την κακία, αλλά μοιράζεται με το "στοιχειακό κακό" τη στοιχειακή βία που χαρακτηρίζει κάθε δύναμη και που είναι επιβλαβής σε κάθε μορφή πολιτικής οργάνωσης. Ήταν σαν να έλεγε [ο Melville]: Ας υποθέσουμε ότι από 'δω και πέρα ο θεμελιακός λίθος της πολιτικής μας ζωής θα είναι ότι ο Άβελ σκότωσε τον Κάιν. Μα δεν βλέπετε ότι από αυτή τη πράξη βίας θα ακολουθήσει η ίδια ακριβώς αλυσίδα κακών πράξεων, μόνο που τώρα η ανθρωπότητα δεν θα έχει ούτε την παρηγοριά ότι η βία που πρέπει να αποκαλέσει έγκλημα είναι χαρακτηριστικό μόνο των κακών ανθρώπων;»


*
Hannah Arendt, Για την Επανάσταση, μτφρ. Στουπάκη-Γαβριηλίδου, εκδ. Αλεξάνδρεια, Αθήνα 2006, σ.σ. 116-118.