354. «Για το “πνεύμα του είδους”»: Το
πρόβλημα της ανθρώπινης συνείδησης (συνειδητότητας) εμφανίζεται μπροστά μας
μόνον όταν αρχίζουμε να καταλαβαίνουμε σε τι βαθμό μπορούμε να κάνουμε δίχως
αυτήν: τώρα η φυσιολογία και η βιολογία μας οδηγούν στην πλήρη κατανόηση της.
Πράγματι, θα μπορούσαμε να σκεφτόμαστε, να αισθανόμαστε, να θέλουμε, να
θυμόμαστε - θα μπορούσαμε επίσης να “δρούμε” με όλες τις
έννοιες που μπορεί να πάρει αυτή η λέξη, και μολοταύτα να μην “μπαίνει τίποτε
από όλα αυτά μέσα στη συνείδηση μας”. Όλη η ζωή θα μπορούσε να
υπάρξει δίχως να δει ούτε για μια φορά τον εαυτό της στον καθρέπτη
(αυτοσυνειδητότητα): έτσι εξάλλου συνεχίζει να κυλά το μεγαλύτερο μέρος της
ζωής μας, δίχως αυτό το αντικαθρέπτισμα, συμπεριλαμβανόμενης της σκεπτόμενης,
αισθανόμενης, βουλόμενης ζωής μας - όσο προσβλητικό κι αν θα μπορούσε
να ακουστεί αυτό στα αυτά παλιότερων φιλοσόφων. Προς τι λοιπόν η συνείδηση,
όταν είναι στην ουσία περιττή; - Τώρα, αν θέλετε να ακούσετε την
απάντηση μου σε αυτό το ερώτημα και την ίσως υπερβολική εικασία που εμπεριέχει:
μου φαίνεται, ότι η λεπτότητα και η δύναμη της συνείδησης είναι πάντα
συνδεδεμένη με την ικανότητα ενός ανθρώπου για επικοινωνία η οποία είναι
άμεσα συνδεδεμένη με την σειρά της με την ανάγκη για επικοινωνία. Με αυτό το
τελευταίο, δεν εννοώ όμως, ότι ο μεμονωμένος άνθρωπος, που είναι μάστορας στο
να γνωστοποιεί και να κάνει κατανοητές τις ανάγκες του, πρέπει να είναι και ο
περισσότερο εξαρτώμενος από τους άλλους όσον αφορά τις ανάγκες του. Όταν όμως
εξετάζουμε ολόκληρες φυλές και αλυσίδες γενεών, μου φαίνεται πως πράγματι
συμβαίνει αυτό: εκεί που η ανάγκη και η δυσκολία της επιβίωσης έκαναν τους
ανθρώπους να καταλαβαίνουν ο ένας τον άλλον γρήγορα και λεπταίσθητα, το
αποτέλεσμα ήταν μία περίσσεια της τέχνης της επικοινωνίας, ένα είδος περιουσίας
που συσσωρεύτηκε σταδιακά μέσα από την εξέλιξη και τώρα περιμένει έναν
κληρονόμο που θα την σπαταλήσει: τέτοιοι κληρονόμοι είναι οι λεγόμενοι
καλλιτέχνες, ρήτορες, ιεροκήρυκες, συγγραφείς, όλοι αυτοί που έρχονται στο
τέλος κάθε αλυσίδας, οι “όψιμα γεννημένοι”, με την
καλύτερη έννοια της έκφρασης αυτής, και όπως έχω ξαναπεί, από τη φύση τους
σπάταλοι. Αν υποτεθεί ότι είναι σωστή αυτή η παρατήρηση, τότε μπορώ να
προχωρήσω στη εικασία ότι η συνείδηση διαμορφώθηκε μόνον κάτω από την πίεση της
ανάγκης για επικοινωνία - ότι από την αρχή του ανθρώπινου
είδους ήταν αναγκαία, ωφέλιμη για την επιβίωση μόνον μεταξύ ανθρώπου και
ανθρώπου (μεταξύ, δηλαδή, εκείνου που διατάζει και εκείνου που
υπακούει), και ότι αναπτύχθηκε σε συνάρτηση με τον βαθμό αυτής της
ωφελιμότητας. Πράγματι, η συνείδηση δεν είναι τίποτε άλλο παρά ένα δίκτυο
σχέσεων (νευρώνων) ανάμεσα στους ανθρώπους - μόνον ως τέτοια όφειλε να
αναπτυχθεί: ένας μοναχικός και όμοιος με αρπακτικό ζώο άνθρωπος δεν θα την χρειαζόταν.
Το ότι οι πράξεις μας, οι σκέψεις μας, τα συναισθήματα μας, οι ανάγκες μας, οι
κινήσεις μας “μπαίνουν στην συνείδηση μας” (εν μέρει),
αυτό είναι επακόλουθο ενός φοβερού “πρέπει” που για πάρα πολύ καιρό
κυριαρχούσε τον άνθρωπο. Ο άνθρωπος, ως το ζώο που διατρέχει τους περισσότερους
και μεγαλύτερους κινδύνους της φύσης, χρειαζόταν βοήθεια και προστασία,
χρειαζόταν τους ομοίους του, χρειαζόταν να μάθει να εκφράζει την απελπισία του
και να κάνει τον εαυτό του κατανοητό στους άλλους ως προς τις ανάγκες του∙ για
όλα αυτά χρειαζόταν την “συνείδηση”, ακόμη για να “γνωρίσει” τι του
έλειπε, για να “γνωρίσει” πως ένιωθε, για να “γνωρίσει” τι
σκεφτόταν. Γιατί, για να το πούμε άλλη μία φορά: ο άνθρωπος, όπως και κάθε
ζωντανό πλάσμα, σκέφτεται διαρκώς, χωρίς να το καταλαβαίνει∙ η σκέψη που
γίνεται “συνειδητή” είναι μόνον το μικρότερο μέρος - το επιφανειακότερο και χειρότερο
μέρος: διότι μόνον αυτή η μορφή συνείδησης διεκπεραιώνεται με την μορφή λέξεων
ή με την μορφή σημείων επικοινωνίας εν γένει, και το γεγονός αυτό προδίδει την
προέλευση της συνείδησης. Με λίγα λόγια, η ανάπτυξη της συνείδησης και της
γλώσσας πάνε χέρι χέρι. Σε αυτό πρέπει να προστεθεί, ότι ως γέφυρα μεταξύ των
ανθρώπων, δεν χρησιμεύει μόνον η γλώσσα, αλλά και το βλέμμα, η πίεση, η
χειρονομία∙ η συνειδητοποίηση των αισθηριακών εντυπώσεων μας, η ικανότητα μας
να τις μετριάζουμε και κατά κάποιο τρόπο να τις βγάζουμε προς τα έξω, μεγάλωναν
σε αναλογία με την ανάγκη μας να τις “εκφράζουμε/ανακοινώνουμε” στους άλλους
μέσω “σημείων
επικοινωνίας”. Ο άνθρωπος ο οποίος επινοεί σημεία
επικοινωνίας, είναι ταυτόχρονα και ο άνθρωπος που αποκτάει οξεία
συνειδητοποίηση του εαυτού του∙ μόνον ως κοινωνικό ζώο έμαθε ο άνθρωπος να
συνειδητοποιεί τον εαυτό του - το κάνει ακόμα και το κάνει όλο
και πιο πολύ. Όπως θα αντιλαμβάνεστε, η συνείδηση, δεν ανήκει στην ατομική
ύπαρξη του ανθρώπου, αλλά στην κοινωνική, στην αγελαία φύση του∙ αφού αυτή η
φύση αναπτύχθηκε με λεπτότητα μόνον σε σχέση με τη κοινωνική ή αγελαία ωφελιμότητα∙
και ότι κατά συνέπεια, όσο καλή θέληση κι αν έχουμε για να “γνωρίσουμε
τον εαυτό μας”, το μόνο που θα καταφέρνουμε πάντα θα είναι
θα “γνωρίζουμε” το μη
ατομικό μέσα μας, αυτό που ανήκει στον “μέσο όρο” - αφού η ίδια μας η συνείδηση
τάσσεται μονίμως στην πλειοψηφία, για να το πούμε έτσι, από τον χαρακτήρα της
συνείδησης, από το “πνεύμα του ανθρώπινου είδους” και
ξαναμεταφράζεται ως η προοπτική της ίδιας της αγέλης. Κατά βάθος, όλες μας οι
πράξεις μας είναι ασύγκριτα προσωπικές, μοναδικές, απροσδιόριστα ατομικές. Αλλά
άπαξ και “μεταφραστούν” σε συνείδηση, παύουν να “φαίνονται” έτσι.. Αυτός
είναι ο αληθινός Φαινομεναλισμός (φαινομενολογία),
ο αληθινός Προοπτικισμός όπως τον εννοώ εγώ: η φύση της ζωικής συνείδησης
συνεπάγεται το ότι ο κόσμος ο οποίος μπορούμε να συνειδητοποιήσουμε είναι κατ’ ουσίαν ένας
κόσμος σημείων, επιφάνειας δηλαδή∙ ένας κόσμος που έχει γίνει κοινός - αφού κάθε τι που διεκπεραιώνουμε
άπαξ και γίνει συνειδητό, γίνεται εκείνη την ίδια τη στιγμή και ρηχό, ισχνό,
ηλίθιο λόγω σχετικοποίησης, διαγενικό, σημείο, χαρακτηριστικό της αγέλης - κάθε συνειδητοποίηση δηλαδή συνεπάγεται
μια μεγάλη και θεμελιώδη διαφθορά, παραποίηση, επιφανειακοποίηση και γενίκευση.
Τελικά, η ανάπτυξη της συνείδησης είναι κίνδυνος αφού μας κάνει να ζούμε μέσα
στην αναλήθεια - κι όποιος ζει ανάμεσα στους πιο
συνειδητοποιημένους Ευρωπαϊους, γνωρίζει ότι είναι αρρώστια. Θα μαντέψατε, ότι
δεν με απασχολεί εδώ η αντίθεση του υποκειμένου και του αντικειμένου: αυτήν την
διάκριση την αφήνω στους γνωσιολόγους που έχουν καταπιαστεί στα δίχτυα της
Γραμματικής - της μεταφυσικής του λαού. Ακόμη
λιγότερο, με απασχολεί η αντίθεση μεταξύ “πράγματος καθ’ εαυτού” και
φαινομένου∙ κι αυτό γιατί, “γνωρίζουμε” ελάχιστα για
να επιχειρήσουμε μία τέτοια διάκριση. Κατ’ ουσίαν, δεν έχουμε κανένα όργανο
για το “γιγνώσκειν” για την “αλήθεια”: “γνωρίζουμε” (ή
φανταζόμαστε, ή πιστεύουμε) τόσα όσα μπορούν να είναι ωφέλημα για τα συμφέροντα
του ανθρώπινου είδους, της αγέλης∙ κι ακόμα, αυτό που ονομάζεται εδώ “ωφελιμότητα” δεν είναι
παρά μια απλή πίστη, ένα προϊόν της φαντασίας, κι ίσως η πιο ολέθρια ηλιθιότητα
που θα μας αφανίσει μία μέρα.
*Nietzsche, Friedrich Wilhelm (2010), Η Χαρούμενη Επιστήμη, μτφρ. Ζήσης
Σαρίκας, εκδ. Πανοπτικόν, σ.σ. 317-321.
