Sunday, 3 February 2019

ARISTOTLE: ΠΕΡΙ ΑΙΣΘΗΤΙΚΗΣ ΚΑΙ ΝΟΗΤΙΚΗΣ ΛΕΙΤΟΥΡΓΙΑΣ ΤΗΣ ΨΥΧΗΣ


ΒΙΒΛΙΟΝ ΤΡΙΤΟΝ

ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Η'

Συγκεφαλαίωσις των περί της αισθητικής και της νοητικής ψυχής λεχθέντων. — Η ψυχή είναι τρόπον τινά τα όντα. Φύσις του νοητού και του αφηρημένου. — Το έργον της αισθήσεως και της φύσεως.— Άνευ εικόνων ο νους δεν νοεί.

1. [σ. 135] Τώρα δε συγκεφαλαιώσαντες τα λεχθέντα περί ψυχής, λέγομεν πάλιν, ότι η ψυχή είναι τρόπον τινά πάντα τα όντα. Διότι πάντα τα όντα είναι ή αισθητά ή νοητά (1)· και η μεν επιστήμη είναι τρόπον τινά τα επιστητά (νοητά), η δε αίσθησις είναι τα αισθητά.
2. Πρέπει δε να εξετάσωμεν πώς τούτο είναι δυνατόν. Η επιστήμη και η αίσθησις διαιρούνται εκάστη κατά τα πράγματα (τα αντικείμενα αυτών), η μεν δυνάμει (2) κατά τα εν δυνάμει όντα πράγματα, η δε ούσα ενδελέχεια κατά τα εν εντελεχεία όντα πράγματα. Το αισθητικόν δε και το επιστημονικόν μέρος της ψυχής είναι δυνάμει αυτά τα πραγματικά αντικείμενα, τούτο μεν το επιστητόν, εκείνο δε το αισθητόν αντικείμενον. Αναγκαίως άρα η ψυχή είναι ή αυτά τα πράγματα ή τα είδη αυτών. Αυτά μεν τα πράγματα δεν είναι βεβαίως η ψυχή, διότι ουχί ο λίθος (η ύλη), αλλά το είδος είναι εν τη ψυχή. Ώστε η ψυχή είναι καθώς η χειρ. Διότι και η χειρ είναι το όργανον των άλλων οργάνων, και [σ. 136] ο νους είναι το είδος των (νοητών) ειδών (3) και η αίσθησις το είδος των αισθητών.
3. Επειδή όμως εκτός των αισθητών μεγεθών (των εχόντων έκτασιν) ουδέν πράγμα υπάρχει κεχωρισμένον, ως υποτίθεται (4)· άρα τα νοητά είναι εις τα αισθητά είδη· λέγω δε νοητά τα κατ' αφαίρεσιν λεγόμενα και όσα είναι έξεις και πάθη (ιδιότητες και μεταβολαί) των αισθητών πραγμάτων. Και διά τούτο η ψυχή, εάν δεν ησθάνετο, ουδέν απολύτως ήθελε μάθει ή εννοήσει· και όταν θεωρή τι, ανάγκη είναι να θεωρή και εικόνα τινά της φαντασίας. Διότι αι εικόνες είναι είδος αισθημάτων, αλλ' άνευ ύλης. Είναι δε η φαντασία διάφορος από την κατάφασιν και την άρνησιν· διότι μια συμπλοκή εννοιών εις κρίσιν (5) είναι το αληθές και το ψεύδος. Αλλά κατά τι διαφέρουσιν αι πρώται έννοιαι (6), ώστε να μη συγχέωνται με τας εικόνας της φαντασίας ; Βεβαίως αι έννοιαι αύται δεν είναι εικόνες, αλλά και δεν είναι άνευ εικόνων.

Σημειώσεις

1) Και επομένως ψυχικά.
2) Όταν η αίσθησις ή ο νους είναι μόνον δυνάμει, δεν αισθάνονται ούτε νοούσι πράγματι τα όντα. Ταύτα λοιπόν, καθό αισθητά και νοητά, δεν είναι τότε, ειμή δυνάμει.
3) Ο νους είναι προς τα αισθητά είδη, τα οποία δέχεται η αίσθησις, ό,τι η αίσθησις είναι προς τα αισθητά αντικείμενα, των οποίων δέχεται το είδος.
4) Τα είδη δεν είναι χωριστά. Ο Πλάτων όμως εδίδασκεν ότι αι ιδέαι έχουσι χωριστήν ύπαρξιν.
5) Ήτις είναι έργον του νου.
6) Τα πρώτα νοήματα του νου, τα απλά και αδιαίρετα, χρονικώς είναι ύστερα των εικόνων, αφού είναι αύται αναπόσπαστα από των εικόνων. Κατ' ουσίαν όμως τα νοήματα είναι υπέρτερα των εικόνων, όσω ο νους είναι υπέρτερος της φαντασίας και της αισθήσεως. Τα νοήματα είναι ενέργειαι του νου περί τας υποκειμένας εικόνας. Αι εικόνες καθ' εαυτάς δεν είναι ούτε αληθείς, ούτε ψευδείς. Αλήθεια και ψεύδος ανήκει μόνον εις τας κρίσεις ή εις εικόνα, όταν κατηγορήταί τι κατ' αυτής.


*Ἀριστοτέλους Περὶ Ψυχῆς, Μετάφραση-Σχόλια: Παύλου Γρατσιάτου, Εκδόσεις Φέξη, Αθήνα, 1911.

ARISTOTLE: ΠΕΡΙ ΤΩΝ ΜΕΡΩΝ ΤΗΣ ΨΥΧΗΣ


ΒΙΒΛΙΟΝ ΤΡΙΤΟΝ

ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Θ'

Περί της κατά τόπον κινήσεως.—Περί των μερών της ψυχής.—Αιτία της κινήσεως ο νους και η όρεξις ομού.

1. [σ. 137] Επειδή δε η ψυχή των ζώων ορίζεται διά δύο δυνάμεων, ήτοι διά της κριτικής (ήτις είναι έργον της διανοίας) και της αισθήσεως(1) και αφ' ετέρου διά της κατά τόπον κινήσεως (2), περί μεν της αισθήσεως και του νου αρκούσι τα ειρημένα, περί δε της κινητικής δυνάμεως θα εξετάσωμεν: τί άρά γε μέρος της ψυχής δύναται να είναι; είναι μέρος αυτής χωριστόν ολικώς ή νοερώς, ή ολόκληρος η ψυχή (κινεί); Και αν είναι μέρος τι, είναι τούτο ιδιαίτερον και διάφορον από των συνήθως λεγομένων και τα οποία έχομεν πραγματευθή, ή είναι τι εκ τούτων των μερών;
2. Αλλά εγείρεται ευθύς η ερώτησις: κατά ποίαν έννοιαν πρέπει να λέγωμεν ότι η ψυχή έχει μέρη, και πόσα έχει; Διότι φαίνεται τρόπον τίνα ότι είναι άπειρα τα μέρη, και ότι δεν είναι μόνον εκείνα τα όποια τίνες λέγουσι (3) διορίζοντες αυτά, το λογιστικόν, το θυμικόν και το επιθυμητικόν, κατ' άλλους δε το λογικόν και το άλογον. Διότι συμφώνως προς τας διαφοράς (4), κατά τας οποίας κάμνουσι τας διαιρέσεις ταύτας, θα φανώσι και άλλα μέρη τα όποια έχουσιν έκτασιν μεγαλυτέραν τούτων, περί ων και τώρα [σ. 138] έχομεν είπη· ήτοι το θρεπτικόν, όπερ υπάρχει και εις τα φυτά και εις όλα τα ζώα, και το αισθητικόν, όπερ δεν δύναται τις ευκόλως να κατάταξη ούτε ως άλογον, ούτε ως λογικόν.
3. Προσέτι υπάρχει το φανταστικόν μέρος, όπερ κατά μεν τον τρόπον του είναι διαφέρει πάντων των αλλων, αλλά με ποίον των μερών τούτων είναι το αυτό ή διάφορον είναι πολύ δύσκολον να είπη τις, αν υπολαμβάνη ότι τα μέρη της ψυχής είναι χωρισμένα απ' αλλήλων. (5) Προς τούτοις υπάρχει το ορεκτικόν, το οποίον και κατά τον λόγον και κατά την δύναμιν αυτού φαίνεται ότι είναι διάφορον πάντων των άλλων. Αλλ' είναι άτοπον να το αποσπάσωμεν απ' αυτών. Διότι και η βούλησις γεννάται εις το λογικόν μέρος, και η επιθυμία και το πάθος υπάρχει εις το άλογον. Αλλ' εάν η ψυχή είναι τρία μέρη χωριστά, η όρεξις θα είναι εις έκαστον αυτών.
4. Και τώρα περί ου πρόκειται ο λόγος, ερωτώμεν: τί είναι το κινούν κατά τόπον το ζώον; Την μεν κίνησιν, ήτις συνίσταται εις αύξησιν και μείωσιν και ήτις υπάρχει εις πάντα τα ζώα, φαίνεται ότι το κινούν αυτήν είναι αι δυνάμεις αι υπάρχουσαι εις πάντα, η γεννητική και η θρεπτική· περί δε της αναπνοής και της εκπνοής και περί ύπνου και εγρηγόρσεως θα εξετάσωμεν ύστερον, διότι και ταύτα έχουσι πολλάς δυσκολίας.
5. Αλλά περί της τοπικής κινήσεως πρέπει να εξετάσωμεν ποίον είναι το αίτιον το δίδον την κίνησιν, καθ' ην το ζώον πορεύεται. Ότι μεν τούτο δεν είναι η θρεπτική δύναμις, είναι φανερόν διότι η κίνησις αύτη, η πορεία γίνεται πάντοτε προς σκοπόν τινα και ομού με φαντασίαν τινά ή όρεξιν. Διότι ουδέν ον κινείται, εάν δεν επιθυμή ή εάν δεν αποφεύγη τι, εκτός εάν διά βίας εξωτερικής κινήται. Άλλως και αυτά τα φυτά θα ηδύναντο να κινώνται, και θα είχον όργανόν τι κατάλληλον προς την κίνησιν ταύτην. (6) [σ. 139]
6. Ομοίως δε ούτε η αισθητική δύναμις (κινεί τοπικώς)· διότι υπάρχουσι πολλά ζώα, τα οποία έχουσι μεν αίσθησιν, αλλά μένουσι διαρκώς ακίνητα. Αν λοιπόν η φύσις τίποτε δεν κάμνη ματαίως (ασκόπως), αλλά και ουδέποτε στερεί τι εκ των αναγκαίων, εκτός εις τα ανάπηρα και ατελή όντα. Αλλά τα ζώα περί ων πρόκειται είναι τα τέλεια, ουχί δε ανάπηρα. Απόδειξις τελειότητος είναι το ότι δύνανται να γεννώσιν (όμοια) και να ακμάζωσι και αποθνήσκωσιν, ώστε έπρεπε να έχωσι και τα όργανα πορείας.
7. Αλλά προσέτι ούτε η συλλογιστική δύναμις ούτε ο ονομαζόμενος νους (7) είναι ο κινών τοπικώς. Διότι ο μεν θεωρητικός νους δεν νοεί κανέν εξ εκείνων, τα οποία μέλλουσι να πραχθώσιν, ουδέ λέγει τι περί εκείνου, όπερ δέον να αποφεύγωμεν ή να επιδιώκωμεν, ενώ η κίνησις ανήκει εις το ον το φεύγον ή επιδιώκον πράγμά τι. Τουναντίον, όταν θεωρή τις πράγμα τι, ο νους ουδέ τότε επιτάσσει να διώκωμεν ή να φεύγωμεν αυτό, λ. χ. πολλάκις διανοείται τι τρομερόν ή ηδύ πράγμα, αλλά δεν διατάττει να το φοβώμεθα, η καρδία όμως κινείται, αν δε το πράγμα είναι ευάρεστον, άλλο όργανον κινείται.
8. Προσέτι δε και όταν προστάττη ο νους και λέγη η διάνοια να αποφεύγη ή να επιζητή τίς τι, δεν κινείται, αλλά πράττει κατά την επιθυμίαν του, ως ο ακρατής. Και γενικώς βλέπομεν ότι εκείνος, όστις γνωρίζει την ιατρικήν, δεν θεραπεύει (πάντοτε), διότι κάτι άλλο παρά την ιατρικήν δύναται να ενεργή, σύμφωνα με την επιστήμην. (8) Αλλ' ακόμη ούτε η όρεξις είναι η αρχή η κυρία (9) της κινήσεως ταύτης· διότι οι εγκρατείς, αν και ορέγονται και επιθυμούσι, δεν πράττουσιν όμως εκείνα τα οποία επιθυμούσιν, αλλ' υπακούουσιν εις τον νουν.

Σημειώσεις

1) Το κριτικόν λοιπόν, περιλαμβάνει το αισθητικόν, το φανταστικόν και το διανοητικόν.
2) Περί του θρεπτικού θα ομιλήση έπειτα.
3) Ο Πλάτων.
4) Ο Πλάτων ως βάσιν των διαιρέσεων τούτων της ψυχής ελάμβανε τας χρείας του σώματος.
5) Ο Πλάτων θέτει το λογιστικόν εις την κεφαλήν, τον θυμόν εις το στήθος και την επιθυμίαν εις το υπογάστριον.
6) Αν η θρέψις ήτο η αίτια της τοπικής κινήσεως, έπρεπε και τα φυτά να κινώνται, διότι και αυτά τρέφονται.
7) Όστις μόνον έργον έχει το νοείν.
8) Ουχί η επιστήμη αλλ' η φύσις θεραπεύει. Η επιστήμη εξηγεί τας αρχάς και τους νόμους της ενεργείας της φύσεως.
9) Ούτε η όρεξις ούτε ο λόγος κεχωρισμένοις, αλλά μόνον ηνωμένοι (η λογική όρεξις) είναι η αρχή της κινήσεως [του πράττειν] εν τοις ανθρώποις.


*Ἀριστοτέλους Περὶ Ψυχῆς, Μετάφραση-Σχόλια: Παύλου Γρατσιάτου, Εκδόσεις Φέξη, Αθήνα, 1911.

ARISTOTLE: ΠΕΡΙ ΟΡΕΞΕΩΣ


ΒΙΒΛΙΟΝ ΤΡΙΤΟΝ

ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Ι'

Το κινούν το ζώον είναι η όρεξις, ήτις περιλαμβάνει την βούλησιν και τον νουν. Την όρεξιν κινεί το ορεκτόν αντικείμενον. Τούτο είναι το πρώτον κινούν, το κινούν, όπερ, ακίνητον αυτό, κινεί το άλλο.

1. [σ. 140] Φαίνεται (1) λοιπόν, ότι δύο είναι τα κινούντα το ζώον, η όρεξις ή ο νους, εάν υποτεθή ότι και η φαντασία είναι νόησίς τις (2), διότι πολλά άλλα, εναντία της λογικής γνώσεως (3), επακολουθούσιν εις τας εικόνας της φαντασίας, και εις τα άλογα ζώα δεν υπάρχει μεν νόησις και συλλογισμός, αλλ' όμως υπάρχει η φαντασία. (4) Άρα μόνα τα δύο ταύτα δύνανται να κινώσι τοπικώς, ο νους και η όρεξις.
2. Νουν δε λέγω εδώ τον συλλογιζόμενον χάριν σκοπού τινος, και αφορώντα εις την πράξιν νουν, όστις διαφέρει από τον θεωρητικόν, διότι έχει ηθικόν σκοπόν. (5) Και πάσα όρεξις έχει σκοπόν τινα, το δε πράγμα του οποίου υπάρχει όρεξις γίνεται αρχή της κινήσεως. Ο τελικός σκοπός είναι η αρχή της πράξεως (6). Ώστε [σ. 141] ευλόγως αύται αι δύο δυνάμεις, η όρεξις και ο πρακτικός νους φαίνεται ότι είναι αιτίαι της κινήσεως. Διότι το αντικείμενον της ορέξεως (το ορεκτόν) κινεί ημάς, διά τούτου δε και η διάνοια κινεί, διότι το ορεκτόν είναι η αρχή αυτής.
3. Και η φαντασία δε, όταν κινή το ζώον, δεν το κινεί άνευ ορέξεως. Ούτω λοιπόν εν είναι το αίτιον της κινήσεως της ορεκτικής δυνάμεως, το αντικείμενον αυτής. Διότι, αν υπήρχον δύο αίτια κινήσεως, ο νους και η όρεξις, θα παρήγον κίνησιν κατά κοινήν τινα ιδέαν. Αλλ' όμως ο μεν νους αληθώς δεν φαίνεται ότι κινεί άνευ της ορέξεως. Διότι και η βούλησις είναι όρεξις (7) και όταν το έμψυχον κινήται κατά συλλογισμόν τινα κινείται και κατά βούλησιν. Η όρεξις όμως κινεί εις πράξεις και εναντίον του λόγου (8) διότι η επιθυμία είναι (9) όρεξίς τις.
4. Ο νους λοιπόν πάντοτε είναι ορθός, η όρεξις όμως και η φαντασία είναι άλλοτε ορθαί, άλλοτε δε ουχί ορθαί. Διά τούτο το ορεκτόν αντικείμενον πάντοτε κινεί εις πράξεις και είναι ή το (πραγματικόν) αγαθόν (10) ή το φαινόμενον ως αγαθόν (11) και ουχί πάν αγαθόν (12) αλλά μόνον το αγαθόν το πρακτόν (όπερ δέον να πράττηται), το πρακτόν δε τούτο αγαθόν είναι το δυνάμενον να είναι άλλως παρ' ό,τι είναι (13).
5. Είναι λοιπόν φανερόν, ότι η δύναμις της ψυχής η καλουμένη όρεξις είναι η αιτία της κινήσεως εις πράξιν (14), αλλά κατά τους αναλύοντας τα μέρη της ψυχής, εάν αναλύωσι και χωρίζωσι [σ. 142] κατά τας δυνάμεις αυτής γίνονται πάμπολλα μέρη, το θρεπτικόν, το αισθητικόν, τα νοητικόν, το βουλευτικόν και το ορεκτικόν· ταύτα δε διαφέρουσι μεταξύ των περισσότερον παρά το επιθυμητικόν και το θυμικόν.
6. Καίτοι δε ορέξεις δύνανται να είναι εναντίαι προς αλλήλας, ως συμβαίνει, όταν είναι εναντία ο λόγος και αι επιθυμίαι (15), γίνεται τούτο μόνον εις τα όντα τα οποία έχουσι το αίσθημα του χρόνου. Διότι ο μεν νους διατάττει να ανθιστάμεθα διά το μέλλον (διά τα επακόλουθα), η δε επιθυμία αποβλέπει εις το παρόν(16), διότι εις ταύτην φαίνεται το παρόν ευάρεστον (η στιγμιαία ηδονή) ως το απολύτως ευάρεστον και ως το απολύτως αγαθόν, διότι δεν βλέπει το μέλλον. Διά ταύτα κατ' είδος (18) μεν είναι μία η αρχή η κινούσα, ήτοι το ορεκτικόν μέρος καθό ορεκτικόν. Αριθμητικώς όμως πολλαί κινητικαί δυνάμεις δύνανται να είναι εν αυτή. Αλλά πρώτον πάντων των κινούντων είναι το ορεκτόν αντικείμενον, διότι τούτο, χωρίς να κινήται, κινεί καθ' όσον νοείται ή συλλαμβάνεται υπό της φαντασίας. Κατ' αριθμόν όμως τα κινούντα εις πράξιν, ορεκτά και ορεκτικά, είναι περισσότερα (19).
7. Επειδή δε τρεις όροι διακρίνονται, πρώτον το κινούν, δεύτερον το όργανον, δι' ου τούτο κινεί, και τρίτον το κινούμενον πράγμα, εκ τούτων το μεν κινούν είναι διττόν, αφ' ενός μεν είναι εν στοιχείον ακίνητον, εξ άλλου δε είναι εν στοιχείον κινούν και κινούμενον. Και το μεν ακίνητον κινούν είναι το πρακτέον αγαθόν, το δε κινούν και κινούμενον είναι η ορεκτική δύναμις, διότι [σ. 143] το ον το ορεγόμενον κινείται καθ' όσον ορέγεται, και η όρεξις είναι μία κίνησις καθ' όσον είναι ενέργεια (του ορεκτικού). Το δε κινούμενον είναι το ζώον· το όργανον δε, δι' ου κινεί η όρεξις, τούτο είναι όργανον σωματικόν (η καρδία κλπ.). Αλλά περί τούτου θα εξετάσωμεν όταν και τας κοινάς σώματος και ψυχής λειτουργίας θα θεωρήσωμεν.
8. Τώρα δε δυνάμεθα να είπωμεν κεφαλαιωδώς, ότι η κίνησις είναι οργανική εκεί όπου είναι έν η αρχή και το τέλος, ως εις τον γιγγλυμόν. (20) Διότι εις ένα γιγγλυμόν το κυρτόν και το κοίλον είναι το εν μεν τέλος, το δε άλλο είναι αρχή. Και διά τούτο το μεν μένει ακίνητον, το δε κινείται, και ενώ είναι νοητώς ταύτα διακεκριμένα, πραγματικώς είναι αχώριστα. Διότι πάσαι αι κινήσεις γίνονται δι' απώσεως και έλξεως. Και πρέπει διά τούτο εν σημείον να μένη ακίνητον, όπως είναι το κέντρον εν τω κύκλω, και εκ τούτου να αρχίζη η κίνησις (21).
9. Εν γένει λοιπόν, ως είπομεν, το ζώον δύναται να κινή εαυτό μόνον καθ' όσον είναι ορεκτικόν (έχει όρεξιν), αλλά δεν δύναται να έχη όρεξιν άνευ φαντασίας, πάσα δε φαντασία είναι ή λογική ή αισθητική, (22) Ταύτης δε μετέχουσι και τα άλλα ζώα και ο άνθρωπος (23).

Σημειώσεις

1) Το πρώτον αίτιον της κινήσεως είναι το αντικείμενον της ορέξεως, το ορεκτόν πράγμα.
2) Ουχί νους, αλλ' ενέργεια του νου.
3) Διότι, ως είπεν ανωτέρω, ο νους του ανθρώπου ουδέν δύναται να συλλάβη άνευ εικόνος.
4) Ήτις αναπληρούσα τον νουν γεννά την κίνησιν.
5) Ούτος είναι ο επιτακτικός λόγος (φρόνησις επιτακτική. Ηθ. Νικομ., VI 102.) Ο θεωρητικός λόγος αντικείμενον έχει την αναγκαίαν αλήθειαν, ο δε πρακτικός το ενδεχόμενον και αιρετόν.
6) Το τέλος της πράξεως είναι ελατήριον ή αφετηρία.
7) Η βούλησις είναι όρεξις διανοητική ή ορθή ή μετά λόγου.
8) Και διά τούτο όρεξις και λόγος δεν παράγουσι κίνησιν κατά κοινήν μορφήν.
9) Ζωηρά όρεξις.
10) Όπερ κινεί τον νουν.
11) Όπερ κινεί την επιθυμίαν και τον θυμόν.
12) Δεν είναι το απόλυτον και το αΐδιον αγαθόν.
13) Είναι το μερικόν αγαθόν, όπερ δύναται να γίνη και να μη γίνη, και είναι αγαθόν πρός τινα και ουχί πάντοτε αγαθόν.
14) Εν τη ψυχή· πρώτη δε αιτία είναι το ορεκτόν.
15) Και ανωτέρω ερρήθη : Καθ' όσον η όρεξις γεννάται εκ του λόγου, ή του θυμικού, ή της επιθυμίας, εμφανίζεται υπό τρεις ενεργείας.
16) Μόνος ο άνθρωπος έχει συνείδησιν του χρόνου κατά τας τρεις διαστάσεις, τα άλλα δε ζώα κατά συμβεβηκός αισθάνονται τον χρόνον, αισθανόμεθα πρότερα παθήματα.
17) Πρέπει πρώτον να νοήση τις ή να παραστήση εαυτώ αντικείμενον, ίνα έπειτα ορεχθή αυτού.
18) Αντιθέτως προς το κατ' αριθμόν.
19) Ούτω πηγή της ορέξεως είναι ο νους ή η αίσθησις ή η φαντασία.
20) Γιγγλυμός λέγεται, ως γνωστόν, η διάρθρωσις των οστών, καθ' ην το μέλος κινείται κατά μίαν διεύθυνσιν, ως είναι η του αγκώνος και της κνήμης.
21) Ούτω και εν τω ζώω ανάγκη να μένη τι εν τω μέσω και από τούτου να γίνηται η κίνησις των μερών.
22) Η αισθητική υπάρχει και εις τα άλογα ζώα, η δε λογική μόνον εις τους ανθρώπους, οίτινες αντεξετάζουσι διαφόρους παραστάσεις και κρίνουσι ποία είναι η προτιμότερα. Ο νους είναι το ακίνητον, όπερ κινεί και ωθεί. Το ορεκτόν αντικείμενον έλκει την όρεξιν.
23) Ο λόγος ή ο νους καθ' όσον ενεργεί εν τω κύκλω της γνώσεως λέγεται θεωρητικός, ενεργών δ' εν τω κύκλω της ηθικότητος λέγεται πρακτικός. Έργον του μεν θεωρητικού είναι να κρίνη μεταξύ αληθείας και [σ. 144] ψεύδους, του δε πρακτικού μεταξύ αγαθών και κακών. Εκείνος γινώσκει μόνον, ούτος κρίνει, σταθμίζει, εκτιμά, βουλεύεται, αποφασίζει και προστάττει. Η αρετή τούτου είναι η φρόνησις, αντικείμενον δε τα πρακτά αγαθά, τα καθ' έκαστον, αντιθέτως προς τον θεωρητικόν, όστις αντικείμενον έχει τα καθ' όλου, τας αρχάς και τους νόμους. Ο πρακτικός λόγος και τα προστάγματα αυτού είναι αχώριστα από της βουλήσεως. Ως νομοθετική δύναμις ούτος οδηγεί και φωτίζει την βούλησιν, ήτοι την προς το αγαθόν προσπάθειαν, ης κατωτάτη μορφή είναι η ορμή, υψίστη δε η λογική όρεξις. Τα συστατικά στοιχεία της ηθικής βουλήσεως είναι ο πρακτικός λόγος ή νους και η όρεξις. Της ορέξεως ή επιθυμίας συστατικά στοιχεία είναι: 1) παράστασίς τις ή γνώσις, “το ορεκτικόν ουκ άνευ φαντασίας”· 2) συναίσθημα ηδονής ή άλγους· 3) προσπάθεια ή ενέργεια. Η όρεξις περιέχει αίρεσιν ή φυγήν, το αντικείμενον δ' αυτής είναι το ελατήριον της πράξεως. Αλλ' όπως μόνος ο λόγος δεν γεννά πράξιν, ούτως η επιθυμία μόνη δεν είναι λογική και ηθική. Δια τούτο ο Αριστοτέλης ορίζει την προαίρεσιν όρεξιν διανοητικής ή νουν ορεκτικόν, ορίζει δηλ. ότι η ηθική βούλησις είναι σύνθετος εκ λόγου και ορέξεως. Και ο λόγος ενταύθα ενεργεί εν μορφή πρακτικού συλλογισμού, ου το συμπέρασμα είναι επιτακτικόν· λ. χ. “πάντες οι πολίται οφείλουσι να υπακούωσι τοις νόμοις”. Εγώ είμαι πολίτης, άρα οφείλω κλπ. Εκ των όρων του συλλογισμού τούτου, ουχί ο μείζων και γενικός, αλλ' ο ελάσσων, η μερική έννοια είναι η κινούσα εις πράξιν· ο λόγος, δι' ον υπακούω τοις νόμοις, είναι ότι εγώ ειμι πολίτης (Όρα το τέλος του επομένου κεφαλαίου).


*Ἀριστοτέλους Περὶ Ψυχῆς, Μετάφραση-Σχόλια: Παύλου Γρατσιάτου, Εκδόσεις Φέξη, Αθήνα, 1911.

ARISTOTLE: ΠΕΡΙ ΒΟΥΛΗΣΗΣ ΚΑΙ ΛΟΓΟΥ


ΒΙΒΛΙΟΝ ΤΡΙΤΟΝ

ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΙΑ'

Περί ατελών ζώων.— Και αυτά έχουσι φαντασίαν αισθητικήν, αόριστον δε αιτίαν κινήσεως.—
Βούλησις και λόγος.

1. [σ. 145] Πρέπει δε να εξετάσωμεν και περί των ατελών ζώων (1) ποίον είναι το αίτιον το κινούν τα ζώα, τα οποία μόνην αίσθησιν έχουσι την αφήν. Είναι δυνατόν να έχωσι ταύτα φαντασίαν και επιθυμίαν ή ουχί ; Διότι φαίνεται ότι αισθάνονται λύπην και ηδονήν, εάν δε έχωσι ταύτα, τότε αναγκαίως έχουσι και επιθυμίαν (2). Αλλά φαντασία πώς δύναται να υπάρχη εις τα ζώα ; Ή πρέπει να απαντήσωμεν, ότι όπως ταύτα κινούνται απροσδιορίστως (3) ούτω και η δύναμις αύτη υπάρχει μεν εν αυτοίς, αλλά κατά τρόπον αόριστον;
2. Η αισθητική λοιπόν φαντασία υπάρχει, ως είπομεν, και εις τα κατώτερα ζώα, η βουλευτική όμως μόνον εις τα λογικά ζώα υπάρχει. Διότι, το αν πρέπει τις να πράξη τούτο ή εκείνο, είναι έργον βεβαίως συλλογισμού· και πρέπει αναγκαίως να μετρή πάντα με έν μέτρον (4), διότι επιδιώκει πάντοτε το μεγαλύτερον αγαθόν (5), και ούτω δύναται εκ πολλών εικόνων ν' αποτελή μίαν παράστασιν (6). Αίτιον δε του να νομίζηται, ότι τα [σ. 146] ατελή ζώα δεν έχουσι δόξαν (γνώμην), είναι τούτο, ότι δεν έχουσι την δύναμιν να συμπεράνωσιν εκ συλλογισμού, εν ω η δόξα περιέχει αυτήν (7).
3. Διά τούτο η όρεξις αυτών δεν έχει την βουλευτικήν δύναμιν (αποφασίζουσαν βούλησιν). Αλλ' η όρεξις νικά ενίοτε την βούλησιν και κινεί εις πράξεις· άλλοτε όμως η βούλησις νικά την όρεξιν, και πάλιν ως (αναρριπτομένη) σφαίρα, η όρεξις νικά όρεξιν άλλην, ως όταν επικρατή ακρασία. Αλλά πάντοτε η ανωτέρα (8) δύναμις είναι φύσει αρχικωτέρα και κινητική. Ώστε η κίνησις δύναται να λάβη τρεις διευθύνσεις (9).
4. Το επιστημονικόν (γνωστικόν) όμως μέρος της ψυχής δεν κινείται (10), αλλά μένει ακίνητον. Αλλ' επειδή η μεν σύλληψις του καθόλου, η γενική έννοια, διαφέρει της συλλήψεως του καθ' έκαστα (της μερικής εννοίας), διότι η μεν πρώτη λέγει γενικώς ότι ο τοιούτος οφείλει να πράττη ταύτην την πράξιν, η δε ότι ούτος ο ατομικός άνθρωπος οφείλει να ενεργή ούτως (και εγώ είμαι ατομικός άνθρωπος), αυτή η μερική έννοια κινεί, ουχί η καθολική (ή γενική). Ή αμφότεραι συνδυαζόμεναι είναι αίτια κινήσεως, αλλ' η μεν μάλλον ως ηρεμούσα, η δε ουχί ηρεμούσα (5).

Σημειώσεις

1) Λ. χ. των ζωοφύτων, των μαλακίων κλπ.
2) Άρα έχουσι και όρεξιν επομένως και φαντασίαν.
3) Προδήλως νοεί κίνησιν εν τη ψυχή. Το ζώον αισθάνεται μόνον, ότι αντικείμενον τι προξενεί αυτώ ηδονήν ή λύπην, αλλ' ουδέν γινώσκει περί του αντικειμένου τούτου, δι' ο πάντα είναι αδιόριστα εν τω ζώω.
4) Οίον είναι η ηδονή, ή το συμφέρον ή το καθήκον.
5) Ο Αριστ. ακολουθών την έννοιαν του μέτρου λέγει το “μεγαλύτερον”.
6) Το λογικόν αντεξετάζει τας παραστάσεις προς το μέτρον, κλίνει πολλάκις, και ούτως εκ πολλών συμπεραίνεται έν, μία απόφασις.
7) Η πράξις του αλόγου κινείται υπό απλής φαντασίας, άνευ συλλογισμού, άνευ κρίσεως (δόξης). Αλλ' η όρεξις του λογικού ζώου είναι και μετά δόξης και άνευ δόξης, αλλά διά τούτο ουχί πάσα όρεξις είναι βούλησις (λογική όρεξις).
8) Η νικώσα.
9) 1ον ο λόγος κινεί την όρεξιν, 2ον η όρεξις τον λόγον, 3ον όρεξις την όρεξιν. Ή άλλως. Υπάρχει α') το παράγγελμα του απαθούς νου, όπερ ενεργεί επί της ορέξεως κίνησιν ωθιστικήν· β') όταν αντικείμενόν τι διεγείρη την όρεξιν και διά ταύτης εξεγείρεται ο νους, η κίνησις είναι ανάλογος προς έλξιν· γ') Η πλήρης κίνησις καταλήγει εις πράξιν σωματικής ή φυσικής κινήσεως.
10) Η μερική έννοια κινεί εις πράξιν. Όρα Ηθ. Νικ. VΙΙ. 3.6.


*Ἀριστοτέλους Περὶ Ψυχῆς, Μετάφραση-Σχόλια: Παύλου Γρατσιάτου, Εκδόσεις Φέξη, Αθήνα, 1911.

ARISTOTLE: ΠΕΡΙ ΘΡΕΠΤΙΚΟΥ


ΒΙΒΛΙΟΝ ΤΡΙΤΟΝ

ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΙΒ'

Το θρεπτικόν είναι κοινόν εις πάντα τα ζώντα· το δε αισθητικόν εις μόνα τα ζώα.— Το σώμα του ζώου είναι αναγκαίως μικτόν — Το ζώον δεν είναι αναγκαίον να έχη πάσας τας αισθήσεις, αλλά η αφή και η γεύσις είναι αναγκαίαι.

1. [σ. 147] Ανάγκη λοιπόν παν ον, το οποίον έχει ζωήν, να έχη την θρεπτικήν ψυχήν, και να έχη αυτήν από της γεννήσεως μέχρις του θανάτου αυτού. Διότι αναγκαίως, παν ότι εγεννήθη, έχει αύξησιν και ακμήν και θάνατον, και ταύτα είναι αδύνατον να υπάρξωσιν άνευ τροφής. Κατ' ανάγκην λοιπόν εις πάντα τα όντα τα γεννώμενα και θνήσκοντα υπάρχει η θρεπτική δύναμις.
2. Αλλά δεν είναι αναγκαίον να υπάρχη αίσθησις εις πάντα τα ζώντα. Διότι ούτε εκείνα, των οποίων το σώμα είναι απλούν (1), δύνανται να έχωσιν αφήν (ούτε άνευ της αφής δύναται να υπάρχη κανέν ζώον), ούτε εκείνα, τα οποία δεν δύνανται να δεχθώσι τα είδη άνευ ύλης, ούτε αυτά δύνανται να αισθάνωνται (2).

3. Αλλά το ζώον είναι αναγκαίον να έχη αίσθησιν, εάν η φύσις ουδέν δημιουργή ματαίως (ασκόπως). Διότι πάντα τα πράγματα τα φυσικά υπάρχουσι χάριν σκοπού τινος; ή είναι συμπτώματα (όροι) των υπαρχόντων ένεκα σκοπού τίνος. Εάν λοιπόν παν σώμα, το οποίον δύναται να πορεύηται, δεν είχεν αίσθησιν, θα κατεστρέφετο και δεν θα έφθανεν εις τον τελικόν σκοπόν τον [σ. 148] οποίον επιδιώκει η φύσις (3). Διότι πώς θα τραφή τούτο; Τα μένοντα ακίνητα (τα φυτά λ.χ.) λαμβάνουσι την τροφήν των εκ του τόπου, όπου εγεννήθησαν.
4. Δεν είναι όμως δυνατόν σώμα γεννητόν και μη ον ακίνητον να έχη ψυχήν και νουν κριτικόν, αλλά αίσθησιν να μη έχη. Αλλά προσέτι ουδέν ον αγέννητον (4) είναι δυνατόν να μη έχη αίσθησιν. Διατί άρά γε να μη έχη αυτήν ; Διότι βεβαίως η έλλειψις θα ήτο καλύτερα ή δια την ψυχήν ή διά το σώμα. Αλλά ενταύθα ούτε το εν ούτε το άλλο τούτων είναι αληθές. Διότι η μεν ψυχή διά τούτο δεν θα νοή περισσότερον, το δε σώμα δεν θα διαρκή περισσότερον χρόνον. Άρα ουδέν σώμα μη μένον ακίνητον έχει ψυχήν άνευ αισθήσεως.
5. Αλλά προσέτι, εάν το σώμα έχη αίσθησιν, αναγκαίως είναι ή απλούν ή μικτόν· αλλά απλούν δεν δύναται να είναι, διότι άλλως δεν θα έχη αφήν, ενώ αναγκαίως πρέπει να έχη αυτήν. Τούτο δε είναι φανερόν εκ των εξής:
6. Επειδή το ζώον είναι σώμα έμψυχον, παν δε σώμα είναι απτόν, απτόν δε λέγεται το διά της αφής αισθητόν πράγμα, ανάγκη και τα σώμα του ζώου να έχη την αίσθησιν της αφής (5), ίνα δύναται το ζώον να διατηρήται. Αι μεν άλλαι αισθήσεις, η όσφρησις, η ακοή, η όψις (6) αισθάνονται δι' άλλων μεσολαβούντων (αέρος, ύδατος)· αλλ' όταν το ζώον άπτηται (εγγίζη) τινός, εάν δεν έχη αίσθησιν, δεν θα δύναται άλλα μεν να φεύγη, άλλα δε να λαμβάνη· και, αν συμβαίνη τούτο, αδύνατον θα είναι να διατηρήται το ζώον.

7. Διά τούτο και η γεύσις είναι είδος αφής, διότι είναι η αί [σ. 149] σθησις της τροφής, η δε τροφή είναι πράγμα απτόν. Ο ήχος όμως και το χρώμα και η οσμή δεν τρέφουσιν, ούτε φέρουσιν αύξησιν ούτε φθοράν, ώστε εξ ανάγκης πρέπει η γεύσις να είναι αφή τις, διότι είναι αίσθησις εκείνου, όπερ δύναται να άπτηται και να τρέφη. Αυταί λοιπόν είναι αι αισθήσεις (7) αι αναγκαίαι εις το ζώον, και είναι φανερόν ότι δεν είναι δυνατόν να υπάρχη ζώον άνευ αφής.
8. Αι δε λοιπαί αισθήσεις υπάρχουσι μόνον διά το αγαθόν του ζώου και ουχί εις πάντα τα ζώα (8), αλλά είς τινα μόνον, λ. χ. εις το πορευτικόν (περιπατούν) ζώον είναι ανάγκη να υπάρχωσι. Διότι, εάν μέλλη να διατηρήται, ου μόνον πρέπει να αισθάνηται, όταν εγγίζη τι, αλλά και μακρόθεν πρέπει να αισθάνηται Τούτο δε συμβαίνει, εάν διά τινος μεσολαβούντος σώματος (9) δύναται να αισθάνηται. Διότι εκείνο μεν το διάμεσον πάσχει και κινείται υπό του αισθητού αντικειμένου, το δε αισθητήριον υπό του διαμέσου.
9. Τω όντι, όπως το αίτιον το κινούν τοπικώς τι ενεργεί μέχρι του να το κάμη να μεταβάλλη (τόπον), και όπως το αίτιον το ωθούν άλλο τι ενεργεί μέχρι του να το κάμη να ωθήση άλλο τι, και ούτως εξακολουθεί η κίνησις διά τινος διαμέσου, και όπως το μεν πρώτον κινεί και ωθεί χωρίς να ωθήται, το δε τελευταίον ωθείται μόνον χωρίς να ωθή, και τα διάμεσα (πολλά δε δύνανται να είναι τα διάμεσα) ωθούσι και ωθούνται, ούτω συμβαίνει και εις την πορείαν της αλλοιώσεως (εν τη αισθήσει), πλην ότι, ενώ η μεταβολή γίνεται, μένει το αντικείμενον εν τω αυτώ τόπω, π. χ. εάν τις βυθίση αντικείμενον τι εις κηρόν, ο κηρός κινείται μέχρι τόσου (βάθους), όσον εβυθίσθη το αντικείμενον· ο λίθος όμως ουδόλως μεταβάλλεται, ενώ το ύδωρ κινείται βαθύτατα, ο δε αήρ πλείστον πάντων δέχεται και μεταδίδει την κίνησιν, εάν διαμένη [σ. 150] είς και φυλάττη την συνέχειαν αυτού. Διά τούτο εν τη ανακλάσει του φωτός καλύτερον είναι να υπολαμβάνωμεν ουχί (10) ότι η οπτική εικών εξερχομένη εκ του οφθαλμού ανακλάται οπίσω εις αυτόν, αλλά ότι ο αήρ πάσχει υπό του σχήματος και του χρώματος εφ' όσον διατηρεί την ενότητα αυτού (11), είναι δε εις επί λείας επιφανείας. Διά τούτο πάλιν ο αήρ κινεί την όψιν ως εάν το επί του κηρού χαραττόμενον σημείον διεδίδετο μέχρι του άκρου του κηρού (12).

Σημειώσεις

1) Η αφή απαιτεί α') την αισθανομένην ψυχήν, β') το αισθητόν σώμα. Ή άλλως· απλούν είναι το σώμα το εξ ενός μόνου στοιχείου. πυρός, αέρος κ.λ. αποτελούμενον.
2) Ακριβώς διότι η αίσθησις είναι η δύναμις του δέχεσθαι τα είδη άνευ της ύλης.
3) Το ζώον, εάν μη είχεν αισθήσεις, ίνα διακρίνη τα ωφέλιμα και τα επιβλαβή, και ίνα κινήται προς εύρεσιν των μεν και αποφυγήν των άλλων, δεν θα έφθανεν εις το τέλος του, δηλ. να γεννά όμοια αυτού όντα.
4) Και αυτά τα αγέννητα και αΐδια σώματα, τα άστρα, έχουσι την δύναμιν της αισθήσεως (Αριστοτ. περί Ουρανού 285α29, 292β2).
5) Δι' ης κρίνει τα ωφελούντα και τα βλάπτοντα αυτό.
6) Είναι ωφέλιμοι αι αισθήσεις αύται, αλλ' ουχί απαραίτητοι όσον η αφή.
7) Η αφή και η γεύσις.
8) Τα ζωόφυτα π.χ. μένοντα ακίνητα δεν έχουσι χρείαν των αισθήσεων τούτων.
9) Οίον είναι ο αήρ ή το ύδωρ.
10) Ως ο Πλάτων και ο Εμπεδοκλής, όστις παρεδέχετο διττήν απορροήν εκ του όμματος και εκ του αισθήματος.
11) Εφ' όσον διάστημα είναι μία συνεχής μάζα.
12) Η οπτική δηλ. εικών διαχωρεί διά της μάζης του αέρος μέχρι του αντιθέτου άκρου αυτής και ούτω μεταβαίνει εις το οπτικόν όργανον, καθ' όν τρόπον δύναταί τις να συλλάβη την σφραγίδα μετά του σημείου αυτής διαπερώσαν διά της μάζης του κηρού είς τι πράγμα ικανόν να δεχθή αυτήν.


*Ἀριστοτέλους Περὶ Ψυχῆς, Μετάφραση-Σχόλια: Παύλου Γρατσιάτου, Εκδόσεις Φέξη, Αθήνα, 1911.

Saturday, 2 February 2019

ARISTOTLE: ΠΕΡΙ ΝΟΗΤΩΝ ΑΝΤΙΚΕΙΜΕΝΩΝ



ΒΙΒΛΙΟΝ ΤΡΙΤΟΝ

ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Ζ'

Εν τω νω η ενέργεια προτέρα της δυνάμεως.— Ο νους διώκων ή φεύγω
v τα πράγματα καταφάσκει η αποφάσκει.— Αι εικόνες της φαντασίας είναι προς τον νουν ό,τι τα αισθήματα προς την αίσθησιν. —Το αληθές και το ψεύδος είναι προς τον νουν ό,τι το αγαθόν και το κακόν.— Περί της αφαιρετικής δυνάμεως του νου. Μαθηματικά (1)

1. Η κατ' ενέργειαν επιστήμη (γνώσις) είναι το αυτό με το γινωσκόμενον πράγμα, η δε κατά δύναμιν επιστήμη είναι μεν χρονικώς προτέρα της ενεργεία εις το αυτό άτομον, απολύτως όμως ουδέ κατά χρόνον είναι προτέρα. Διότι πάντα τα γινόμενα γίνονται από ον, όπερ υπάρχει ενεργεία, πραγματικώς (2). Φαίνεται δε ότι το αισθητόν αντικείμενον κάμνει ενεργόν την αισθητικήν δύναμιν, ήτις είναι ακόμη εν δυνάμει. Αλλ' ούτε πάσχει ούτε μεταβάλλεται η αίσθησις, και διά τούτο είναι είδος κινήσεως αύτη διάφορον του συνήθους. Διότι η κίνησις είναι η ενέργεια του ατελούς, η δε κυρίως ενέργεια είναι άλλο τι, είναι η ενέργεια του τετελεσμένου (3). [σ. 132]
2. To αισθάνεσθαι λοιπόν τα πράγματα είναι όμοιον με το ονομάζειν (4) και με το νοείν αυτά απλώς. Αλλ' όταν το αίσθημα είναι ηδύ (5) ή λυπηρόν, η ψυχή τρόπον τινά καταφάσκουσα ή αποφάσκουσα επιδιώκει ή αποφεύγει αυτό. Και το να αισθάνηται ηδονήν ή λύπην (6) δηλοί ενέργειαν του αισθητικού κέντρου σχετικήν προς το αγαθόν ή το κακόν καθό τοιαύτα. Και η ενεργεία δε φυγή (του κακού) και η ενεργεία επιθυμία (του αγαθού) είναι το αυτό με την λύπην και την ηδονήν. Και το ορεκτικόν και το φευκτικόν (μέρος) δεν είναι διάφορα ούτε μεταξύ των ούτε από του αισθητικού, διαφέρουσι δε μόνον κατά τον τρόπον του είναι.

3. Εις δε την διανοητικήν ψυχήν (7) αι εικόνες της φαντασίας είναι όπως τα αισθήματα είναι εις την αίσθησιν. Όταν δε αποφανθή καταφατικής ή αρνητικώς ότι το πράγμα (8) είναι αγαθόν ή κακόν, εκείνο μεν επιδιώκει, τούτο δε αποφεύγει. Διά τούτο ουδέποτε νοεί η ψυχή άνευ εικόνος. Όπως ο αήρ κάμνει τοιούτον ή τοιούτον αποτέλεσμα επί της κόρης, και αυτή πάλιν κάμνει άλλο αποτέλεσμα, ούτω και η ακοή (9), αλλά το έσχατον κέντρον ή μέσον της αισθήσεως είναι μία μόνη δύναμις (10), της [σ. 133] οποίας το είναι έχει πολλούς τρόπους εκφράσεως (το αυτό και περί των εικόνων σχετικώς προς την νόησιν).
4. Πως δε διακρίνει η ψυχή την διαφοράν του γλυκέος και του θερμού, είπομεν και πρότερον, δέον δε και νυν να είπωμεν το εξής: είναι δηλαδή ενωτική τις αρχή, ήτις είναι ως έσχατον όριον (11). Αι αποφάνσεις αυτής ανάγονται εις ενότητα διά της αναλογίας και της αριθμητικής αναφοράς και σχετίζονται προς αλλήλας, όπως τα εξωτερικά πράγματα (γλυκύ, θερμόν). Ο νους είναι προς τα φαντάσματα ως η κοινή αίσθησις είναι προς τα διάφορα αισθήματα, τα οποία ενώνει. Ουδόλως δε διαφέρει το να ερωτώμεν πώς η ψυχή διακρίνει τα όμοια (γλυκύ, θερμόν), ή πώς τα εναντία· λ. χ. λευκόν και μέλαν (ομογενή, ήτοι χρώματα). Έστω ότι το Α το λευκόν είναι προς το Β το μέλαν, όπως η έννοια Γ προς την Δ και αντιστρόφως· εάν τώρα αι έννοιαι Γ, Δ είναι εις εν μόνον αντικείμενον, θα είναι ούτω προς αλλήλας (εν τω νω), καθώς και τα Α, Β προς άλληλα, ήτοι θα είναι εν και το αυτό πράγμα, αλλ' ο τρόπος του είναι αυτών δεν θα είναι ο αυτός. Και η συμπλοκή Γ Δ είναι ανάλογος προς την Α Β. Ο αυτός συλλογισμός θα γίνη και αν το μεν Α είναι το γλυκύ, το δε Β το λευκόν (12).
5. Η νοητική λοιπόν ψυχή νοεί τα είδη (13) εις τας εικόνας της φαντασίας, και επειδή εν ταύταις τρόπον τινά ορίζει αυτή τί πρέπει να επιδιώκη και τί να φεύγη, και όταν έτι δεν είναι [σ. 134] παρόν το αίσθημα, κινείται εις ενέργειαν, όταν κατέχηται υπό των φαντασμάτων. Λ. χ. αισθανόμενός τις ότι δαυλός είναι ανημμένος (14) και διά της κοινής αισθήσεως (15) βλέπων ότι ούτος κινείται, καταλαμβάνει (16) ότι υπάρχει πλησίον εχθρός. (17)
6. Άλλοτε δε διά των εν τη ψυχή φαντασμάτων ή νοημάτων (18) ο νους ως να έβλεπε τα πράγματα διανοείται και αποφασίζει τα μέλλοντα αναφορικώς προς τα παρόντα. Και όταν είπη εκεί (εν τω κόσμω των εικόνων), ότι το πράγμα είναι ηδύ ή λυ πηρόν, ενταύθα (εν τω κοσμώ των πραγμάτων) φεύγει ή επιδιώκει αυτό, και εν γένει πράττει. Και το άνευ πράξεως, ήτοι το αληθές και το ψεύδος, ανήκουσιν εις το αυτό γένος με το αγαθόν και το κακόν, διαφέρουσι δε μόνον κατά το ότι εκείνα είναι απόλυτα, ταύτα δε είναι πρός τι άτομον αγαθά ή κακά (σχετικά).

7. Τα δε κατ' αφαίρεσιν λεγόμενα (19) ο νους τα νοεί καθώς όταν νοή την σιμότητα (20)· καθό σιμότητα δεν την νοεί χωριστά από την ρίνα, καθό όμως κοιλότητα, εάν την νοή ενεργεία, την νοεί άνευ της σαρκός, εις την οποίαν είναι η κοιλότης. Ούτω και τα μαθηματικά όντα, όταν ο νους νοή αυτά, τα νοεί κεχωρισμένα, καίτοι δεν είναι καθ' εαυτά κεχωρισμένα από των σωμάτων.
8. Εν γένει ο ενεργεία νους, όταν νοή τα πράγματα, είναι αυτά τα πράγματα. Αλλ' άρά γε δύναται ο νους, μη ων αυτός κεχωρισμένος από μεγέθους (του σώματος), να νοή τα κεχωρισμένα ή όχι; Περί τούτου θα εξετάσωμεν ύστερον.

Σημειώσεις

1) Το κεφάλαιον τούτο έχει πολλά τα ασυνάρτητα, φαίνεται δε ότι συγκρίνει τον θεωρητικόν και τον πρακτικόν νουν.
2) Ούτως η επιστήμη έρχεται τω μαθητή εκ διδασκάλου κατέχοντος και διδάσκοντος ή εφαρμόζοντος αυτήν.
3) Το τετελεσμένον δεν χρήζει πλέον κινήσεως, ίνα φθάση εις το τέλος του, εις την τελειότητα του, αλλ' ενεργεί άλλως.
4) Χωρίς να καταφάσκωμεν ή να αρνώμεθα την ύπαρξιν ή τα προσόντα αυτών (απλούν αίσθημα).
5) Δεύτερος βαθμός του αισθητικού (συναίσθημα).
6) Τρίτος βαθμός του αισθητικού (ορμή προς ενέργειαν), ότε η απλή έννοια μεταβάλλεται εις κρίσιν, λαμβάνει θεωρητικώς την μορφήν καταφάσεως ή αρνήσεως, πρακτικώς δε την της διώξεως ή φυγής. Εκεί έχομεν αλήθειαν ή ψεύδος, εδώ δε αγαθόν ή κακόν.
7) Εξακολουθεί την σύγκρισιν νου και αισθήσεως.
8) Ουχί πλέον εξωτερικόν τι, αλλ' εικών την οποίαν η ψυχή έχει εν εαυτή.
9) Αι εικόνες είναι προς τον νουν ό,τι αι μεταβολαί της κόρης είναι προς την δράσιν, και ό,τι αι του ωτός είναι προς την ακοήν. Αι εικόνες μεσολαβούσιν ως διάμεσα, όπως η κόρη ή το ους.
10) Είναι η κοινή αίσθησις, η συνενούσα απάσας τας αντιλήψεις και δρώσα επί των αισθημάτων ως ο νους επί των εικόνων.
11) Όπως η κοινή αίσθησις είναι ως κέντρον ή όριον, ένθα συγχέονται αι διάφοροι αισθήσεις, ούτω και ο νους είναι το όριον, ένθα συνενούνται αι διάφοροι εικόνες ή παραστάσεις.
12) Διά τούτων ο Αριστοτέλης φαίνεται εξηγών, ότι, όπως αι ποιότητες συμπλέκονται έν τινι πράγματι και αποτελούσιν ενιαίον τι αντικείμενον, ούτως υποκειμενικώς αποτελούσι μίαν και την αυτήν έννοιαν η σύλληψιν. Κατά την σημασίαν είναι αι αυταί, διαφέρουσι δε μόνον κατά τον τρόπον της υπάρξεως.
13) Τα οποία η αίσθησις αμέσως αντιλαμβάνεται.
14) Πρώτος βαθμός, ή όψις.
15) Δεύτερος βαθμός, ή κοινή αίσθησις γνωρίζουσα την κίνησιν.
16) Τρίτος βαθμός, ο νους.
17) Τον όποιον δέον ν' αποφύγη, και ο νους αποφασίζει ν' αποφύγη.
18) Ουχί πλέον διά των εικόνων παρόντων αντικειμένων.
19) Την γραμμήν, επιφάνειαν κλπ., τα οποία νοούνται άνευ των φυσικών σωμάτων, των οποίων είναι πέρατα.
20) Σιμή λέγεται η ανασεσυρμένη και κοίλη ρις, τουναντίον δε λέγεται γρυπή.



*Ἀριστοτέλους Περὶ Ψυχῆς, Μετάφραση-Σχόλια: Παύλου Γρατσιάτου, Εκδόσεις Φέξη, Αθήνα, 1911.

ARISTOTLE: ΠΕΡΙ ΝΟΗΣΙΣ ΚΑΙ ΑΛΗΘΕΙΑΣ


ΒΙΒΛΙΟΝ ΤΡΙΤΟΝ

ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ς'

Η νόησις πρώτον περί τους απλούς όρους, έπειτα δε περί την σύνθεσιν αυτών. —Εν τη συνθέσει μόνη υπάρχει το αληθές και το ψεύδος. — Αληθής είναι μόνον η νόησις του είδους και της ουσίας, ουχί η των συμβεβηκότων.

1. [σ. 128] Η νόησις των αδιαιρέτων (απλών εννοιών) αντικείμενον έχει ταύτα, εκ των οποίων δεν γεννάται ψευδός. Διότι εις εκείνα μόνα ευρίσκεται και το ψεύδος και το αληθές, τα οποία είναι σύνθεσις νοημάτων εις μίαν ενότητα (1). Καθώς είπεν ο Εμπεδοκλής “Ούτω πολλών όντων κεφαλαί εβλάστησαν άνευ αυχένων” και έπειτα ηνώθησαν διά της φιλίας. Ούτω και τα νοήματα, άπερ είναι κεχωρισμένα ενούνται (υπό της διανοίας). Λ. χ. η έννοια του ασυμμέτρου και η της διαμέτρου (2).
2. Αν δε πρόκειται περί πραγμάτων, τα οποία ήσαν ή θα είναι, ο νους υπονοεί προσέτι τον χρόνον και με τας εννοίας συμπλέκει αυτόν. Το ψεύδος δε και ενταύθα μόνον εν τη συνθέσει (3) των εννοιών υπάρχει. Διότι, και ότε τις λέγει, ότι το λευκόν δεν είναι λευκόν, συμπλέκων (διά συμπλοκής) λέγει, ότι δεν είναι λευκόν το λευκόν. Αλλά δυνατόν είναι να εφαρμόσωμεν εις πάντα την διαίρεσιν. Δεν είναι όμως δυνατόν η πρότασις, ο Κλέων (νυν) [σ. 129] είναι λευκός, μόνον να ήναι ψεύδος ή αληθές, αλλά δυνατόν τούτο να εφαρμοσθή εις το παρελθόν ή το μέλλον. Εκείνο δε όπερ ταύτα κάμνει εν, τούτο είναι ο νους ο συμπλέκων έκαστον πράγμα.
3. Επειδή δε το αδιαίρετον νοείται διττώς, ως δυνάμει αδιαίρετον και ενεργεία αδιαίρετον, ουδέν εμποδίζει τον νουν, όταν νοή το μήκος (έκτασιν) (4), να το νοή αδιαίρετον, διότι το μήκος είναι αδιαίρετον ενεργεία (5) και να το νοή εν χρόνου στιγμή αδιαίρετον (6). Διότι ο χρόνος είναι διαιρετός και αδιαίρετος ως η έκτασις. Δεν δύναταί τις λοιπόν να είπη τί εννοεί ο νους εις έκαστον ήμισυ χρονικής διαιρέσεως. Διότι το ήμισυ, αν μη ενεργεία διαιρεθή το όλον, δεν υπάρχει ειμή δυνάμει (7). Νοών όμως χωριστά έκαστον από τα ημίση διαιρεί συνάμα και τον χρόνον. Τότε δε ο χρόνος αντιστοιχεί εν τη διαιρέσει του προς δύο διάφορα μήκη (8). Εάν όμως ο νους νοή το αντικείμενον ως όλον συγκείμενον εκ δύο μερών, το αυτό ποιεί και προς τον χρόνον τον αναφερόμενον εις τα δύο μέρη.
4. Ουχί όμως το κατά ποσόν αδιαίρετον (9), αλλά το κατ' είδος (νοερώς) αδιαίρετον νοεί ο νους εν αδιαιρέτω στιγμή χρόνου και διά αδιαιρέτου μέρους (10) της ψυχής. Ποιεί δε τούτο κατά συμβεβηκός και ουχί καθόσον το δι' ου νοεί και ο χρόνος καθ' ον νοεί είναι διαιρετά, αλλά μόνον καθ' όσον είναι αδιαίρετα. [σ. 130] Διότι και εις ταύτα υπάρχει τι αδιαίρετον (11), αλλ' ουχί ίσως ως χωριστόν ον, το οποίον κάμνει ένα τον χρόνον και εν το μήκος. Και τούτο αληθεύει ομοίως περί παντός συνεχούς, είτε εν χρόνω είτε εν μήκει (τόπω).
5. Η δε στιγμή και παν το εκ διαιρέσεως προερχόμενον (12) και παν το ούτως αδιαίρετον (13) (ως η στιγμή) εκφράζονται ως στέρησις τίνος (14). Και όμοια δυνάμεθα να είπωμεν περί των άλλων· π. χ. πώς γνωρίζομεν το κακόν ή το μέλαν; Τα γνωρίζομεν τρόπον τινά διά των εναντίων αυτών (15).
6. Πρέπει δε η γνωρίζουσα ψυχή να είναι δυνάμει τα γνωριζόμενα πράγματα και ταύτα ν' ανάγωνται εν αυτή εις ενότητα. Εάν όμως αίτιόν τι δεν έχη εναντίον (16), γινώσκει αυτό εαυτό και είναι εν ενεργεία και χωριστόν. (17)
7. Απόφανσίς τις λέγει τι κατά τινος άλλου, ως η κατάφασις, και είναι πάντοτε ή αληθής ή ψευδής. Αλλ' ο νους δεν είναι πάντοτε αληθής, αλλά μόνος ο νοών το τί είναι, την ουσίαν του πράγματος, και ουχί ο νοών το τί κατηγορείται κατά τίνος (18). Και καθώς είναι αληθής η όρασις, όταν βλέπη το ιδιάζον εις αυτήν αντικείμενον, ότι όμως το λευκόν αντικείμενον είναι [σ. 131] ανθρωπός τις ή όχι, τούτο δεν είναι πάντοτε αληθές, ούτω συμβαίνει και εις τα άνευ ύλης όντα (19).

Σημειώσεις

1) Τοιαύτη είναι η πρότασις, ήτις καίτοι έχει διάφορα στοιχεία είναι μία ενότης.
2) Διάμετρος νοείται η διαγώνιος του τετραγώνου ή και η διάμετρος του κύκλου. Διότι και εκείνη είναι ασύμμετρος προς την πλευράν του ορθογωνίου τριγώνου και η διάμετρος προς την περιφέρειαν. Ούτως: η διάμετρος είναι, ασύμμετρος είναι πρότασις αληθής. Η διάμετρος δεν είναι ασύμμετρος: είναι ψεύδος.
3) Είτε εις το παρελθόν είτε είς το μέλλον αναφέρεται νυν.
4) Η έκτασις δύναται να διαιρήται, αλλ' εφ' όσον δεν διαιρείται, η συνέχεια αυτής δύναται να παριστάνηται ως αδιαίρετος και ως ολότης εις τα όμματα της διανοίας.
5) Μη διηρημένη.
6) Ο νους νοεί το μήκος ως αδιαίρετον υλικώς και χρονικώς.
7) Το μήκος, καίτοι αδιαίρετον ενεργεία, είναι όμως διαιρετόν δυνάμει.
8) Ο νους νοεί το μήκος (την γραμμήν) ως εν και νοεί ουχί τούτο μεν εις τον ήμισυ χρόνον, τούτο δε εις άλλον ήμισυν χρόνον, διότι ούτω θα είναι δύο μήκη και ουχί εν μήκος, διαιρών δε το μήκος εις μήκη θα διήρει και τον χρόνον.
9) Το υλικόν ον είναι διαιρετόν ποσοτικώς ουχί κατά το είδος του, όπερ είναι εν και αδιαίρετον.
10) Ενεργείας ή δυνάμεως.
11) Το είδος εις το υλικόν ον, και η συνέχεια εις τον χρόνον.
12) Οία η γραμμή, ην ορίζει: μήκος άνευ πλάτους, και η επιφάνεια, ην επίσης στερητικώς ορίζει: μήκος και πλάτος άνευ βάθους.
13) Όπως η στιγμή, ήτις είναι αδιαίρετος δυνάμει και ενεργεία.
14) Η μεν στιγμή δεν έχει μήκος ούτε πλάτος ούτε βάθος, η γραμμή δεν έχει μήκος και βάθος, αλλά κλπ.
15) Το κακόν γινώσκεται διά του εναντίου του, του αγαθού, το μέλαν διά του λευκού, ούτω δε και τα απλά και αδιαίρετα.
16) Εις το οποίον δεν λείπει εν των εναντίων, ίνα νοή το έτερον (επομένως) όπερ νοεί και γινώσκει τα δυο εναντία συνάμα.
17) Τοιούτος είναι ο νους του ανθρώπου.
18) Διότι ούτω γίνεται συμπλοκή, εις ην δύναται να συμβή απάτη.
19) Ομοίως βλέπομεν την αλήθειαν εις πάντα τα άϋλα, τα είδη δηλ. και τα νοητά.


*Ἀριστοτέλους Περὶ Ψυχῆς, Μετάφραση-Σχόλια: Παύλου Γρατσιάτου, Εκδόσεις Φέξη, Αθήνα, 1911.

Friday, 1 February 2019

ARISTOTLE: ΠΕΡΙ ΤΟΥ ΝΟΥ ΙΙ


ΒΙΒΛΙΟΝ ΤΡΙΤΟΝ

ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Ε'

Ο νους είναι διττός, ο μεν ως ύλη, ο δε το αίτιον. — Ο ποιητικός νους είναι απαθής και αθάνατος.—Ο παθητικός είναι φθαρτός, αναγκαίος όμως προς νόησιν.

1. [σ. 125] Όπως εις άπασαν την φύσιν υπάρχει αφ' ενός μεν η ύλη(1) εις έκαστον γένος όντων (και τούτο είναι ό,τι είναι δυνάμει πάντα ταύτα τα όντα), αφ' ετέρου δε το αίτιον και το ποιούν, διότι πάντα ποιεί (η αιτία), οποίαν σχέσιν η τέχνη έχει προς την ύλην ούτω πρέπει αναγκαίως να υπάρχωσιν εν τη ψυχή (2) αι δύο αυταί διαφοραί. Και τοιούτος είναι ο νους, διότι αφ' ενός μεν (3) γίνεται πάντα τα πράγματα, αφ' ετέρου δε ποιεί πάντα ως έξις (ικανότης) τοιαύτη, οποία είναι το φως. Διότι και το φως τρόπον τινά τα δυνάμει όντα χρώματα ποιεί ενεργεία χρώματα (4). Και ούτος ο νους είναι χωριστός (5) και απαθής και αμιγής (με άλλο) και κατά την ουσίαν του είναι ενέργεια.
2. Διότι πάντοτε το ποιούν είναι ανώτερον του πάσχοντος και η αρχή (το αίτιον) είναι ανωτέρα της ύλης. Η εν ενεργεία [σ. 126] γνώσις είναι το αυτό με το αντικείμενον της (το επιστητόν). Αλλ' η κατά δύναμιν επιστήμη είναι μεν χρονικώς προτέρα εν τω ατόμω (6). Απολύτως όμως θεωρούμενη δεν είναι προτέρα χρονικώς. Δεν είναι όμως τοιούτος ο νους ώστε άλλοτε μεν νοεί, άλλοτε δε δεν νοεί (7). Μόνον όταν χωρισθή ο νους, τότε μόνον είναι όντως ό,τι είναι, και ούτος μόνος είναι αθάνατος και αιώνιος. Δεν ενθυμούμεθα δε αυτόν, διότι ούτος είναι απαθής (8). Ο παθητικός όμως νους είναι φθαρτός (9) και άνευ τούτου ουδεμία υπάρχει. νόησις (10).

Σημειώσεις

1) Δεν εννοεί την αισθητήν και εξωτερικήν ύλην. Παν ον έχει δύο στοιχεία, την ύλην (δύναμιν) και το είδος (ενέργεια), όπερ είναι και το αίτιον (ειδικόν, και ποιητικόν και τελικόν). Και ο νους είναι νους παθητικός ως ύλη, και νους ποιητικός είναι ως αίτιον.
2) Τη νοητική ψυχή.
3) Ο δυνάμει νους γίνεται ενεργεία πάντα, όσα νοεί.
4) Βλέπε Βιβλίον Δεύτερον 71.
5) Ουχί υλικώς, αλλά νοητώς.
6) Ο ποιητικός νους είναι υπέρτερος του παθητικού και λόγω χρονικής προτερότητος. Η ενέργεια είναι προτέρα της δυνάμεως, διότι η δύναμις δεν γίνεται ενεργεία τι ειμή δι' αιτίου ενεργεία υπάρχοντος, οίον είναι η τέχνη ή η φύσις (άνθρωπος γεννά άνθρωπον).
7) Τούτο συμβαίνει μόνον εις τον παθητικόν νουν.
8) Η μνήμη είναι μνήμη εικόνων ή αλλων παθημάτων προτεροχρόνων. Αλλ' ο ποιητικός νους είναι απαθής και αΐδιος, δεν έχει λοιπόν πρότερον και ύστερον χρονικώς.
9) Ο παθητικός νους διαλύεται και δεν υφίσταται εν τη νέα ζωή, εις ην εισέρχεται η νοούσα ψυχή.
10) Πάσα γνώσις είναι κατά πρώτον γνώσις άμεσος, δεδομένη, εμπειρική, και ως τοιαύτη είναι ατελεστάτη, ίνα δε μεταβληθή εις επιστημονικήν γνώσιν, απαιτείται η ενέργεια του ποιητικού νου ή του λόγου, όστις τας εποπτείας και παραστάσεις του παθητικού νου μετατρέπει εις καθαρά νοήματα. Ούτω προέρχεται νέος κόσμος, όλως νοερός. Ο ποιητικός λοιπόν νους είναι προς τον παθητικόν ως είδος προς ύλην. Ο νους, ως παθητικός μεν, γίνεται ή δέχεται πάσαν πραγματικότητα, ως ποιητικός δε δημιουργεί πάσαν πραγματικότητα, παρέχων αυτή είδος λογικόν, νοητόν (διακοσμών την ύλην). Η νόησις και η αισθητική αντίληψις δεν είναι το αυτό, αλλά δεν είναι όλως κεχωρισμέναι. Εν τη νοήσει νοούμεν ό,τι δίδοται δυνάμει εν τη αντιλήψει, αλλά το αντικείμενον τούτο της νοήσεως πρέπει πρώτον να γείνη νοητόν διά δημιουργικής ενεργείας του νου. Ο νους δημιουργεί, τον κόσμον του εις όρους ιδικούς του (τ. έ. νοητόν κόσμον), και επειδή τα υλικά του είναι νοήματα, νοεί εαυτόν, και ούτως υποκείμενον και αντικείμενον είναι ταύτα. Ο Αριστοτέλης ενιαχού φαίνεται δοξάζων, ότι πασά η γνώσις ημών είναι εκ των υστέρων. Εν τοις [σ. 127] Αναλυτικοίς όμως θεωρεί τας υψίστας αρχάς της γνώσεως ως αμέσους και ως προϋποθέσεις της εμμέσου και παραγωγού γνώσεως. Αι έσχατοι αύται αρχαί είναι προτάσεις, ων τα κατηγορούμενα είναι δεδομένα εν τω υποκειμένω, και είναι αναγκαίως αληθείς. Ο αποδεικτικός συλλογισμός ως προκείμενος έχει τας εσχάτας ταύτας αρχάς του νου. Της επαγωγής υπερτέρα είναι η εξαγωγή, διότι είναι η ερμηνεία των φαινομένων διά των εσχάτων αρχών της γνώσεως και της υπάρξεως, ήτοι διά καθολικών νόμων και αιτίων.
 Αι αρχαί και τα νοητά είδη είναι και εν τω νω και εν τοις πράγμασιν, ανακαλύπτονται δε υπό του νου εν τω φαινομενικώ κόσμω. Ούτως ο νους ανευρίσκει εαυτόν εν τω κόσμω, και νοών το αντικείμενον νοεί εαυτόν. Όπως δε το φως ποιεί ορατά τα χρώματα, ούτως ο νους ποιεί νοητά τα καθόλου είδη. Το υλικόν αυτού, όπερ διαπλάσσει ως καλλιτέχνης, είναι το περιεχόμενον της παραστατικής συνειδήσεως. Αντίληψις και νόησις συμπληρούσιν αλλήλας· η μεν νόησις απαιτεί την φαντασίαν, η δε αντίληψις μένει τυφλή, εάν δεν φωτίζηται και δεν ανυψούται εις έννοιαν υπό του νου.
Ο ποιητικός νους είναι το θείον εν τω ανθρώπω, είναι χωριστός από της οργανικής ζωής και τρόπον τινά εισέρχεται εις το σώμα έξωθεν. Μη ανήκων δε εις τον φυσικόν οργανισμόν, δεν απόλλυται μετ' αυτού και δεν είναι ατομικός, αλλ' είναι απαθής και αμιγής, αναλλοίωτος και αθάνατος. [σ. 128]

*Ἀριστοτέλους Περὶ Ψυχῆς, Μετάφραση-Σχόλια: Παύλου Γρατσιάτου, Εκδόσεις Φέξη, Αθήνα, 1911.

ARISTOTLE: ΠΕΡΙ ΤΟΥ ΝΟΥ


ΒΙΒΛΙΟΝ ΤΡΙΤΟΝ

ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Δ'
Περί του νου. — Αναφοραί νου και αισθήσεως.—Ο νους είναι προς τα νοητά ό,τι η αίσθησις προς τα αισθητά =δεκτικός ειδών. Αλλ' ο νους είναι απαθής και χωριστός των αισθητών. — Διαφοραί νου και αισθήσεως.—Λίαν σφοδρά αίσθησις δεν είναι αντιληπτή, όσω όμως μάλλον νοητόν το αντικείμενον, τόσω μάλλον καταληπτόν υπό του νου.—Ο νους δυνάμει είναι τα νοητά.—Ο νους δύναται να νοή εαυτόν. (1)

1. [σ. 119] Περί δε του μέρους της ψυχής, διά του οποίου αύτη γινώσκει και διανοείται, είτε το μέρος τούτο είναι χωριστόν (2) είτε δεν είναι χωριστόν κατά μέγεθος (πραγματικώς) αλλά κατά λόγον (υπό της νοήσεως), ανάγκη να εξετάσωμεν τί έχει ως διακριτικόν(3) γνώρισμα και πώς γίνεται η νόησις.
2. Αν η νόησις είναι καθώς η αίσθησις, ή είναι πάθος τι (4) όπερ ενεργεί το νοητόν αντικείμενον, ή είναι άλλο τι τοιούτον.
3. Πρέπει λοιπόν να είναι απαθής μεν (5), ικανή όμως να δέχηται το είδος (των ιδίων αντικειμένων) και δυνάμει να είναι ομοία (με το πράγμα) αλλ' ουχί αυτό το πράγμα, και όπως η αίσθησις είναι προς τα αισθητά, τοιαύτην σχέσιν πρέπει και ο νους να έχη [σ. 120] προς τα νοητά. Αναγκαίως άρα ο νους, επειδή νοεί πάντα τα όντα, είναι αμιγής (χωριστός από τα όντα), καθώς λέγει ο Αναξαγόρας, ίνα δεσπόζη, τουτ' έστιν ίνα γνωρίζη αυτά. Διότι ο νους εμποδίζει και αποκλείει παν στοιχείον, όπερ είναι ξένον και συνεμφανίζεται, ώστε η φύσις αυτού ουδεμία άλλη είναι ειμή αύτη, ότι δηλ. είναι δύναμις ή δυνατός (να περιλάβη τας φύσεις και τα είδη πάντων των άλλων). Άρα ο ονομαζόμενος νους της ψυχής (λέγω δε νουν εκείνο δι' ου η ψυχή διανοείται και πλάττει συλλήψεις) δεν είναι ενεργεία ουδέν εκ των όντων, πριν να νοήση αυτό (6).
4. Διά τούτο δεν είναι εύλογον (να δεχθώμεν) ότι είναι μεμιγμένος με το σώμα (7), διότι άλλως θα ελάμβανε ποιότητά τινα, θα εγίνετο ψυχρός ή θερμός (ως σώμα) ή θα ήτο όργανόν τι, όμοιον με αισθητήριον. Αλλ' ουδέν τοιούτον είναι ο νους. Και ορθώς λέγουσιν(8) ότι η ψυχή είναι τόπος των ειδών, πλην ούτε ολόκληρος η ψυχή είναι τοιαύτη, αλλά μόνον η νοητική ψυχή, ούτε είναι εντελέχεια τα είδη (αι ιδέαι), αλλά δυνάμει (9).
5. Είναι δε φανερόν και εκ των αισθητηρίων και εκ της αισθήσεως, ότι δεν είναι όμοιαι η απάθεια του αισθητικού μέρους της ψυχής και η του νοητικού. Διότι η μεν αίσθησις δεν δύναται να αισθάνηται το αισθητόν, όταν τούτο ενεργή σφοδρώς, λ. χ. ούτε ήχον ακούει, όταν ηχώσι μεγάλοι ήχοι, ούτε χρώματα βλέπει, όταν είναι λίαν ζωηρά, ούτε οσμάς αισθάνεται, όταν είναι λίαν δυναταί. Αλλ' ο νους, όταν νοήση τι σφοδρά νοητόν (βαθύ νόημα), ουχί [σ. 121] ολιγώτερον, αλλά περισσότερον νοεί τας μικροτέρας λεπτομέρειας. Διότι η μεν αισθητική δύναμις δεν υπάρχει άνευ του σώματος, ο δε νους είναι χωριστός από του σώματος (10).
6. Όταν δε ο νους νοών γείνη έκαστον των νοητών ούτως, όπως λέγεται επιστημών ο κατ' ενέργειαν επιστήμων (11), τούτο δε συμβαίνει, όταν δύναται ούτος να ενεργή (12) δι' εαυτού μόνου, είναι μεν ο νους και τότε κατά τίνα τρόπον δυνάμει, αλλ' όχι ομοίως, όπως πριν να μάθη ή εύρη το αντικείμενον (13), διότι αυτός ούτος τότε δύναται να νοή εαυτόν (14).
7. Επειδή δε άλλο είναι αισθητόν τι μέγεθος και άλλο το είδος, η ουσία του μεγέθους, άλλο ύδωρ τι αισθητόν και άλλο το είδος (η φύσις) του ύδατος· ομοίως δε και εις πολλά άλλα (αλλ' ουχί εις πάντα, διότι είς τινα είναι τα αυτά), το είδος της σαρκός και την αισθητήν σάρκα η ψυχή κρίνει ή δι' άλλου μέρους έκαστον χωριστά ή διά του αυτού, άλλως όμως έχοντος (15). Διότι η μεν σαρξ [σ. 122] αύτη δεν υπάρχει άνευ της ύλης(16), αλλά, όπως η σιμότης (της ρινός) (17), είναι τούτο το μερικόν πράγμα εις τούτο το πράγμα. Διά της αισθήσεως λοιπόν η ψυχή διακρίνει το θερμόν και το ψυχρόν και εκείνας τας ποιότητας, των οποίων αναφορά και ένωσις είναι η σαρξ. Την έννοιαν (φύσιν) όμως της σαρκός κρίνει ή δι' άλλης δυνάμεως, ήτις είναι διάφορος και χωριστή (18) ή όπως κεκλασμένη γραμμή αναφέρεται προς εαυτήν, όταν εκταθή.
8. Το ευθύ (19) θεωρούμεν εις τα κατ' αφαίρεσιν όντα (τα μαθηματικά), όπως το σιμόν, διότι συνδέονται μετά της υλικής συνεχείας (του σώματος). Αλλ' ως προς την έννοιαν ή το είδός τινος, εάν είναι διάφορα ή έννοια του ευθέος και το ευθύ πράγμα (και είναι όντως δύο πράγματα), άλλη δύναμις κρίνει αυτήν. Η ψυχή λοιπόν κρίνει εις τας δύο περιπτώσεις δι' άλλης δυνάμεως ή διά μιας διαφοροτρόπως διακειμένης. Και εν γένει, όπως υπάρχουσι πράγματα χωριστά (αφηρημένα) από της ύλης, ούτως είναι και τα του νου.
9. Δύναταί τις να ερωτήση: αν ο νους είναι απλούς και απαθής και ουδέν κοινόν έχη με οιονδήποτε άλλο πράγμα, καθώς λέγει ο Αναξαγόρας, πώς δύναται να νοή, αν η νόησις (το νοείν) είναι πάθος (πάσχειν) τι; Διότι μόνον καθ' όσον υπάρχει κοινόν τι μεταξύ δύο τινών φαίνονται, ότι το μεν ποιεί, το δ' άλλο πάσχει (20).
10. Προσέτι ερωτάται, αν ο νους είναι και αυτός νοητός (αντικείμενον νοήσεως). Εάν είναι νοητός, τότε ή θα υπάρχη εις [σ. 123] τα άλλα πράγματα (21), εκτός εάν είναι νοητός κατά τρόπον διάφορον αυτών και το νοητόν αντικείμενον είναι εν μόνον πράγμα κατά το είδος,—ή άλλως ο νους έχει μικτήν τινα σύνθεσιν (22), η οποία τον καθιστά νοητόν, όπως τα άλλα πράγματα (23).
11. Αλλά “το μεν πάσχειν κατ' αναφοράν (24) προς κοινόν στοιχείον” έχει ανωτέρω διακριθή και ορισθή, ότι ο νους είναι τρόπον τινά δυνάμει τα νοητά, αλλά πριν να νοήση δεν είναι ουδέν εντελεχώς, και ούτω πρέπει να συμβαίνη, όπως εις πινάκιον, εις το οποίον τίποτε δεν υπάρχει πραγματικώς γεγραμμένον. Και τούτο ακριβώς συμβαίνει εις τον νουν (25).
12. Και αυτός είναι αντικείμενον νοήσεως (νοητός) καθώς τα άλλα νοητά πράγματα (26). Διότι εις τα άϋλα ταύτα όντα το νοούν ον και το νοούμενον είναι το αυτό πράγμα. Η θεωρητική επιστήμη (27) και το ούτως γινωσκόμενον αντικείμενον είναι εν και το αυτό. Ανάγκη όμως να εξετασθή διά τίνα αιτίαν δεν νοεί πάντοτε (28). Αλλ' εις τα πράγματα τα έχοντα ύλην έκαστον αυτών είναι μόνον δυνάμει νοητόν (29), ώστε εις ταύτα μεν δεν είναι στοιχείον ο [σ. 124] νους (30), διότι ο νους είναι δύναμις των πραγμάτων τούτων άνευ της ύλης των, ενώ εις αυτόν τον νουν υπάρχει το αντικείμενον της νοήσεως (31). [σ. 125]

Σημειώσεις

1) Το παρόν κεφάλαιον είναι το σπουδαιότερον της όλης συγγραφής.
2) Κατά τόπον.
3) Από των άλλων μερών της ψυχής.
4) Ουχί κυρίως πάθημα, αλλά προαγωγή εκ δυνάμεως εις ενέργειαν και τελείωσιν.
5) Ούτε να υφίσταται κυριολεκτικώς πάθος, ούτε να έχη ίδιον είδος, αλλά να είναι δυνάμει πάντα τα είδη.
6) Ο νους μόνον αφού νόηση γίνεται ως τα πράγματα α νοεί, όπως και η αίσθησις γίνεται ως τα αισθητά, όταν αισθανθή αυτά
7) Μόνον σώμα μίγνυται με σώμα.
8) Ο Πλάτων και η Ακαδημία.
9) Μεταφορικώς λέγεται η ψυχή τόπος ειδών, ουχί όλη, αλλά μόνον η αισθητική και η νοητική δύναμις αυτής, και ουχί διότι η ψυχή περιέχει, αλλά διότι γίνεται τα νοητά, και τα αισθητά. Ο νους όμως είναι δυνάμει τα νοητά (αι ιδέαι), ενεργεία δε νοών ταύτα νοεί εαυτόν.
10) Δεν έχει όργανα ειδικά ως η αίσθησις, αλλά λειτουργεί ανεξάρτητος από του σώματος.
11) Ο αμαθής είναι δυνάμει επιστήμων, έχει την δύναμιν να γείνη επιστήμων. Όταν όμως μάθη την επιστήμην, κατέχει (έξις) αυτήν, και είναι μεν και τότε δυνάμεις, αλλ' όχι όπως πριν να μάθη. Όταν δε ενεργοποιή την επιστήμην ην έχει (λ. χ. ο ιατρός την ιατρικήν), τότε είναι ενεργεία, ή εντελεχεία επιστήμων.
12) Τότε δεν έχει ανάγκην διδασκαλίας, αλλ' εξ ιδίας ενεργείας νοεί τα πράγματα και εαυτόν.
13) Πρότερον ήτο απλή δύναμις, πριν να νοήση ήτο μηδέν. Πριν να μάθη = διδαχθή. Πριν να εύρη = ανακαλύψη τι εξ ιδίας ενεργείας.
14) Ο νους νοήσας ήδη έγεινεν αυτά τα πράγματα, τα οποία νοεί, και τώρα νοών αυτά νοεί εαυτόν.
15) Μία δύναμις διαφόρως διατιθεμένη, ήτοι υπό διαφόρους όρους δρώσα, δύναται να γινώσκη οτέ μεν το αισθητόν, λ. χ. τούτο το ύδωρ, οτέ δε το καθόλου, την ουσίαν και το είδος των πραγμάτων, το ύδωρ εν γένει. Αλλ' εις μεν τα φυσικά πράγματα η ύπαρξις του πράγματος και το είδος ή η έννοια αυτού είναι χωριστά, ενώ εις τα άϋλα, τα νοητά, λ. χ. εις το άπειρον, τα δύο στοιχεία είναι αχώριστα.
16) Η σαρξ αύτη ην βλέπομεν ή εγγίζομεν, είναι αισθητή, καθ' όσον σύγκειται εξ υλικών στοιχείων.
17) Η σιμότης δεν είναι άνευ της ρινός, διότι είναι μορφή αυτής.
18) Λογικώς χωριστή, ο νους.
19) Λ. χ. η ευθεία γραμμή.
20) Το κοινόν των δυο όρων είναι η αναφορά η ενούσα αυτούς, των οποίων ο πρώτος είναι ικανός να δρα επί του δευτέρου, ούτος δε να δέχηται την ενέργειαν του πρώτου, ων δυνάμει ό,τι είναι ο πρώτος ενεργεία.
21) Τα νοητά. Ο νους νοών εαυτόν νοεί ή δι' εαυτού ή δι' άλλου. Εάν νοή δι' εαυτού, τότε νοών άλλα νοητά ανευρίσκει εαυτόν εις ταύτα, άτινα τότε γίνονται αυτά νοούντα άμα και νοητά.
22) Εν ή το εν είναι το νοούν και το άλλο είναι το νοούμενον.
23) Τα οποία δεν είναι ο νους, αλλά νοούνται μόνον υπ' αυτού.
24) Καθ' ην ο νους είναι δυνάμει ό,τι τα νοητά είναι ενεργεία.
25) Αι τοιαύται μεταφοραί υλικών σχέσεων εις τα όλως νοητά δεν πρέπει να λαμβάνωνται κατά γράμμα, άλλως γίνονται παραίτιοι παρεξηγήσεων. Ο νους είναι δύναμις άμα και ενέργεια, είναι μορφή άμα και περιεχόμενον.
26) Αι έννοιαι του νου, τα καθ' όλου, και αι μαθηματικοί αφαιρέσεις.
27) Ήτοι η νόησις, ήτις θεωρεί τα όλως νοητά και απηλλαγμένα παντός υλικού στοιχείου.
28) Δεν νοεί συνεχώς (πάντοτε) ως ων απλή δύναμις.
29) Το νοητόν υπάρχει μόνον δυνάμει εις τα υλικά όντα, ενεργεία δε υπάρχει μόνον εν τω νω.
30) Δεν είναι υλικός ο νους.
31) Η διάνοια λοιπόν είναι δυνάμει το περιεχόμενον του νοητού αντικειμένου, και ενεργούσα ταυτίζεται προς εαυτήν· αλλ' ο αυτοσυνειδώς νους είναι ουσιωδώς ενεργεία τοιούτος, αφού είναι πάντα εν εαυτώ. Ούτως ο Αριστοτέλης είναι καθαρός ιδεοκρατικός και ουχί εμπειρικός. Κακώς δε ενοήθη η παρομοίωσις του νου προς βιβλίον, εις το οποίον ουδέν ακόμη έχει γραφή. Η παθητικότης του νου σημαίνει μόνον την δύναμιν προ της ενεργείας. Ο νους δεν είναι βέβαια πράγμά τι αισθητόν, δεν έχει την παθητικότητα γραμματείου ή χάρτου αγράφου. Ο νους είναι αυτή η ενέργεια, ήτις άρα δεν είναι εξωτερική προς αυτόν, ως συμβαίνει προς τον χάρτην. Η παρομοίωσις λοιπόν περιορίζεται μόνον εις τούτο: ότι η ψυχή περιεχόμενον έχει μόνον καθ' όσον πραγματικώς ενεργεί η νόησις. Η ψυχή είναι το άγραφον τούτο βιβλίον· τ. έ. η ψυχή είναι δυνάμει πάντα, αλλά δεν είναι εν εαυτή η ολότης αύτη· είναι ως βιβλίον, όπερ περιέχει δυνάμει πάντα, αλλ' ουδέν ακόμη ενεργεία πριν ή ενεργηθή γραφή επ' αυτού. Προ της πραγματικής ενεργείας ουδέν αληθώς υπάρχει· αλλ' αυτός ο νους είναι νοητός, όπως τα νοητά εν γένει αντικείμενα, διότι εις το μη έχον ύλην (εις τον νουν) το νοούν (υποκείμενον) και το νοούμενον (αντικείμενον) είναι το αυτό. Η θεωρητική επιστήμη και το αντικείμενον αυτής, το επιστητόν, είναι το αυτό. Αλλ' εις το έχον ύλην η νόησις είναι μόνον δυνάμει, ούτως ώστε ο νους δεν ανήκει εις αυτό, διότι ο νους είναι δύναμις άνευ ύλης, αλλά το νοητόν υπάρχει εν αυτώ. Ο νους είναι πάντα τα νοητά εν εαυτώ· εν ώ η φύσις περιέχει μεν την ιδέαν, είναι νους, αλλά μόνον εν δυνάμει, εν αυτή ο νους δεν γίνεται προς εαυτόν, δεν γινώσκει εαυτόν. Ο νους όμως δεν είναι υλικόν, αλλά το καθολικόν, η καθολική δύναμις άνευ ύλης και είναι ενεργεία μόνον όταν νοή. Εκ τούτων είναι φανερόν, ότι η παρομοίωσις εξηγήθη όλως αντιθέτως προς τον νουν του Αριστοτέλους. (Έγελος Ιστορ. Φιλοσοφ. σελ. 387).


*Ἀριστοτέλους Περὶ Ψυχῆς, Μετάφραση-Σχόλια: Παύλου Γρατσιάτου, Εκδόσεις Φέξη, Αθήνα, 1911.

ARISTOTLE: ΠΕΡΙ ΦΑΝΤΑΣΙΑΣ


ΒΙΒΛΙΟΝ ΤΡΙΤΟΝ

ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Γ'
Περί φαντασίας.— Η αίσθησις και η νόησις διαφέρουσιν αλλήλων.— Πλάναι αρχαιοτέρων φιλοσόφων. — Διαφοραί φαντασίας από των άλλων δυνάμεων, αισθήσεως, επιστήμης, νου, δόξης.—Φύσις της φαντασίας.— Αναφοραί αυτής προς την αίσθησιν.

1. [σ. 112] Επειδή την ψυχήν ορίζουσι κυρίως διά δύο διαφόρων χαρακτηριστικών, ήτοι διά της τοπικής κινήσεως και εξ άλλου διά της νοήσεως, της κρίσεως και της αισθήσεως, νομίζεται ότι και το νοείν και το φρονείν είναι είδός τι αισθήσεως, διότι και κατά τας δύο ταύτας ενεργείας η ψυχή κρίνει και γινώσκει τι εκ των όντων. Και οι αρχαίοι δε έλεγον ότι είναι το αυτό η νόησις και η αίσθησις. Ούτως ο Εμπεδοκλής είπεν ότι, “Όταν είναι παρόν (το πράγμα), αυξάνεται η φρόνησις των ανθρώπων” και αλλαχού “Εκ τούτου συμβαίνει εις αυτούς πάντοτε να σκέπτωνται περί πραγμάτων διαφόρων”. Το αυτό δηλούσι και τα του Ομήρου “Τοιούτος είναι ο νους”.
2. Πάντες δήλα δη ούτοι υπολαμβάνουσιν, ότι η νόησις είναι σωματικόν τι καθώς η αίσθησις, και ότι το όμοιον αισθάνεται και νοεί το όμοιον, ως είπομεν εν αρχή της πραγματείας ταύτης. Και όμως ούτοι έπρεπε συγχρόνως να είπωσι και πώς απατάται η ψυχή (1), διότι η απάτη είναι συνηθεστέρα εις τα ζώα, και η ψυχή αυτών περισσότερον χρόνον ευρίσκεται εν τη απάτη. Δι' ο κατά την θεωρίαν ταύτην ή πρέπει, καθώς λέγουσί τινες, πάντα όσα φαίνονται, να είναι αληθή ή πρέπει άλλως η θίξις των ανομοίου [σ. 113] να είναι η απάτη, διότι αύτη είναι η γνώμη η εναντία προς το ότι το όμοιον γνωρίζει το όμοιον. Φαίνεται δε ότι εν τη περιπτώσει ταύτη και η απάτη και η γνώσις των εναντίων είναι η αυτή (2).
3. Ότι λοιπόν δεν είναι το αυτό πράγμα η αίσθησις και η νόησις, είναι φανερόν διότι της μεν αισθήσεως μετέχουσι πάντα τα ζώα, της δε νοήσεως ολίγα (3) μόνον. Αλλ' ούτε κατά τούτο είναι το αυτό με την αίσθησιν η νόησις, εν ή διορίζονται το ορθόν και το μη ορθόν, και η μεν ορθή νόησις είναι φρόνησις και επιστήμη και αληθής δόξα (4), η δε μη ορθή νόησις τα εναντία τούτων. Δήλα δη η μεν αίσθησις, όταν αισθάνηται των ιδίων αντικειμένων, είναι πάντοτε αληθής και υπάρχει εις πάντα τα ζώα, αλλά δύναταί τις να διανοήται και ψευδώς και η δύναμις αύτη, η διάνοια, δεν υπάρχει εις κανέν ζώον, εις το οποίον δεν υπάρχει και ο λόγος.
4. Και η φαντασία δε είναι διάφορος και της αισθήσεως και της διανοίας, και δεν γίνεται μεν άνευ αισθήσεως, αλλά και άνευ αυτής (της φαντασίας) δεν υπάρχει σύλληψις (5) Είναι δε φανερόν ότι η φαντασία και η σύλληψις διαφέρουσι. Διότι το πάθος τούτο, η φαντασία, εξαρτάται εξ ημών, και, όταν θέλωμεν, δυνάμεθα να φανταζώμεθα (διότι δυνάμεθα έμπροσθεν των οφθαλμών ημών ν' ανακαλέσωμεν οιονδήποτε αντικείμενον, καθώς μεταχειρίζονται εικόνας εις την μνημονικήν τέχνην). Αλλά να δοξάζωμεν (6) δεν [σ. 114] εξαρτάται εξ ημών, διότι αναγκαίως πάσα δόξα (γνώμη) είναι ή ψευδής ή αληθής (7). Προσέτι δε, όταν η δόξα ημών αναφέρηται είς τι δεινόν ή φοβερόν, ευθύς συμπάσχομεν, ομοίως δε συμπάσχομεν και όταν συλλάβωμεν θαρραλέον τι. Αλλ' ως προς την φαντασίαν ευρισκόμεθα ούτως, ως εάν βλέπωμεν έν τινι ζωγραφία πράγματα φοβερά ή θαρραλέα.
5. Υπάρχουσι δε και αυτής της υπολήψεως διαφοραί, η επιστήμη και η δόξα και η φρόνησις και τα εναντία τούτων, αλλά περί των διαφόρων σημασιών αυτών θα ομιλήσωμεν αλλαχού. Περί δε της νοήσεως, επειδή είναι διάφορος της αισθήσεως, και έν τινι σημασία φαίνεται ότι είναι φαντασία, κατ' άλλην δε σύλληψις, πρώτον θα ομιλήσωμεν περί φαντασίας και έπειτα περί της συλλήψεως.
6. Εάν η φαντασία είναι η δύναμις, διά της οποίας λέγομεν ότι φάντασμα τι (εικών) μας εμφανίζεται, και αν τούτο λέγωμεν ουχί μεταφορικώς, τότε η φαντασία είναι μία δύναμις ή μία έξις εξ εκείνων, διά των οποίων κρίνομεν και γινώσκομεν το αληθές ή το ψευδές. Τοιαύται δε δυνάμεις είναι η αίσθησις, η δόξα, η επιστήμη και ο νους. Ότι δε η φαντασία δεν είναι αίσθησις, είναι φανερόν εκ των επομένων. Η αίσθησις δηλ. είναι ή δύναμις ή ενέργεια, ως η όψις και η όρασις. Αλλά και χωρίς να υπάρχη τις εκ τούτων των όρων λειτουργεί η φαντασία. Τοιαύτα είναι τα φαντάσματα, τα οποία συμβαίνουν κατά τους ύπνους (όνειρα) (8). Έπειτα η αίσθησις είναι πάντοτε παρούσα, η φαντασία όμως ουχί. Εάν δε ή φαντασία ήτο το αυτό με την κατ' ενέργειαν αίσθησιν, τότε θα υπήρχεν εις πάντα τα ζώα, αλλά δεν φαίνεται αληθές τούτο· π. χ. δεν υπάρχει εις τον μύρμηκα, εις την μέλισσαν [σ. 115] ή εις τον σκώληκα. Προσέτι αι μεν αισθήσεις είναι πάντοτε αληθείς, τα δε φαντάσματα είναι ως επί το πλείστον ψευδή. Έπειτα, όταν η κατ' ενέργειαν αίσθησις ημών είναι ακριβής ως προς το αισθητόν αντικείμενον, δεν λέγομεν ότι φανταζόμεθα, ότι τούτο είναι λ. χ. άνθρωπος, αλλά ούτω λέγομεν μόνον όταν δεν αισθανώμεθα σαφώς· τότε η αίσθησις δύναται να είναι αληθής ή ψευδής. Και προσέτι, ως και πρότερον είπομεν, αι εικόνες μας εμφανίζονται, και όταν κλείωμεν τα όμματα.
7. Αλλά προσέτι η φαντασία δεν είναι ούτε εκ των πάντοτε αληθευουσών δυνάμεων, οίαι είναι η επιστήμη ή ο νους· διότι η φαντασία δύναται να είναι και ψευδής· λείπεται λοιπόν να ίδωμεν αν είναι δόξα, διότι γίνεται και δόξα αληθής και δόξα ψευδής. Αλλά την δόξαν (γνώμην) παρακολουθεί η πίστις, διότι δεν είναι δυνατόν έχων τις μίαν γνώμην να μη πιστεύη εις την γνώμην του. Αλλά πίστις δεν υπάρχει εις κανέν των κατωτέρων ζώων, ενώ φαντασία υπάρχει εις πολλά. [Προσέτι, αν εις πάσαν δόξαν ακολουθή η πίστις, εις την πίστιν ακολουθεί η πεποίθησις και εις την πεποίθησιν παρακολουθεί ο λόγος· αλλ' όμως είς τινα των ζώων υπάρχει η φαντασία, ουχί όμως ο λόγος].
8. Είναι λοιπόν φανερόν ότι η φαντασία δεν είναι ούτε δόξα ηνωμένη μετ' αισθήσεως ούτε δόξα (ερχομένη) διά της αισθήσεως, ούτε συμπλοκή δόξης και αισθήσεως (9). Και διά ταύτα είναι φανερόν, ότι η δόξα δεν είναι δόξα άλλου πράγματος ειμή εκείνου, το οποίον είναι και της αισθήσεως αντικείμενον, θέλω να είπω λ.χ. ότι η φαντασία του λευκού είναι η συμπλοκή δόξης του λευκού και αισθήσεως του λευκού, αλλ' ουχί συμπλοκή δόξης του αγαθού και αισθήσεως του λευκού. Η φαντασία ούτως είναι δόξα περί εκείνου, όπερ αισθάνεται τις ουχί κατά συμβεβηκός (10). [σ. 116]
9. Αλλά πάλιν έχομεν και εικόνας ψευδείς πραγμάτων, περί των οποίων συγχρόνως έχομεν αληθή σύλληψιν, π. χ. φαίνεται μεν ο ήλιος έχων ενός ποδός διάμετρον, αλλ' όμως πιστεύεται ότι είναι μεγαλύτερος της γης. Δέον λοιπόν ή να βάλη τις κατά μέρος την αληθή γνώμην του ην είχε περί του πράγματος (χωρίς όμως τούτο να μεταβληθή και χωρίς ούτος να λησμονήση την γνώμην του ή να μεταβάλη αυτήν) ή αν την έχη ακόμη, αναγκαίως η αυτή γνώμη είναι αληθής άμα και ψευδής (11). Αλλά ψευδής θα εγίνετο γνώμη τις, ότε απαρατηρήτως ήθελε μεταβληθή το πράγμα (12). Η φαντασία λοιπόν δεν είναι ούτε μία των ειρημένων δυνάμεων, ούτε εξ αυτών αποτελείται.
10. Αλλ' επειδή δύναται πράγμα τι κινηθέν να κίνηση άλλο, η δε φαντασία φαίνεται ότι είναι κίνησις τις, ήτις δεν γίνεται άνευ αισθήσεως, άλλα μόνον εις όντα αισθανόμενα· και προς πράγματα των οποίων δύναται να γίνη αίσθησις, και επειδή είναι δυνατόν να γίνη κίνησις μόνον υπό της ενεργείας της αισθήσεως, η κίνησις δε αύτη πρέπει να είναι ίση με την δύναμιν της αισθήσεως, διά τούτο η φαντασία, δύναταί τις ειπείν, είναι κίνησις, ήτις ούτε άνευ αισθήσεως ούτε εις μη αισθανόμενα όντα δύναται να υπάρχη. Προσέτι πολλά δύναται να πράξη και να πάθη διά ταύτην το υποκείμενον το έχον αυτήν, και τέλος αύτη δύναται να είναι και αληθής και ψευδής.
11. Τούτο (13) δε συμβαίνει διά τους εξής λόγους. Το αίσθημα [σ. 117] των πραγμάτων, τα οποία ιδιάζουσιν εις εκάστην των αισθήσεων, είναι αληθές ή έχει ολίγιστον το ψευδός. Δεύτερον· το αίσθημα δύναται να αναφέρηται εις το συμβεβηκός, και τότε δύναται να ψεύδηται (να πλανάται). Ότι π. χ. πράγμα τι είναι λευκόν αληθεύει, αν όμως προστεθή, ότι το λευκόν αντικείμενον είναι τούτο ή άλλο τι πράγμα, γεννάται απάτη. Τρίτον· πλάνη γεννάται επί των κοινών ιδιοτήτων εις πάσας τας αισθήσεις και επί εκείνων τα οποία επακολουθούσιν εις τα συμβεβηκότα, εν οις περιέχονται ιδιαίτεραι ιδιότητες, εννοώ π. χ. κίνησιν και μέγεθος, τα οποία είναι συμβεβηκότα των αισθητών αντικειμένων, και ως προς τα οποία προ πάντων είναι δυνατόν να απατηθή τις υπό της αισθήσεως.
12. Αλλ' η κίνησις η γινομένη υπό της ενεργείας της αισθήσεως θα διαφέρη κατά τα τρία ταύτα είδη αισθήσεως (τα έξης). Η μεν πρώτη κίνησις η προερχομένη εκ της αισθήσεως (14) παρούσης είναι αληθής· αι δε άλλαι δύο, είτε παρόν είναι το αισθητόν είτε όχι, δύνανται να είναι ψευδείς, αλλά μάλιστα όταν το αισθητόν είναι μακράν. Εάν λοιπόν η φαντασία ουδέν άλλο περιέχη παρά τα ειρημένα, και αν είναι αύτη ό,τι ελέχθη, δύναται να ορισθή, ότι η φαντασία είναι κίνησις γινομένη (εν τη ψυχή) υπό της ενεργεία αισθήσεως.
13. Επειδή δε η όψις είναι η κατ' εξοχήν αίσθησις, διό η φαντασία έλαβε το όνομα της εκ του φάους (φωτός), διότι είναι αδύνατον να ίδωμεν άνευ φωτός.
14. Και επειδή αι εικόνες της φαντασίας εμμένουσιν (εν τη ψυχή) και είναι όμοιαι με τα αισθήματα, πολλά ένεκεν αυτών πράττουσι τα ζώα, άλλα μεν διότι δεν έχουσι νουν, π. χ. τα κατώτερα ζώα, άλλα δε, ως οι άνθρωποι, διότι ενίοτε επισκοτίζεται ο νους αυτών υπό του πάθους, ή των νόσων ή του ύπνου. Περί της φαντασίας [σ. 118] λοιπόν τί είναι και διά τί είναι αύτη ας αρκέσωσι τα ειρημένα.(15)

Σημειώσεις

1) Ώφειλον να μη είπωσι μόνον πως η ψυχή γινώσκει, θίγουσα το όμοιον, αλλά και πως εξαπατάται.
2) Επειδή τα εναντία είναι, αχώριστα, ο γινώσκων το εν αυτών γινώσκει και το άλλο, και ο απατώμενος περί του ενός απατάται και περί του αλλού.
3) Οι άνθρωποι μόνοι και εκ τούτων ουχί πάντες έχουσι νόησιν.
4) Του νοείν είδη είναι α') φρόνησις, όταν έχη αντικείμενον πρακτικόν σκοπόν· β') επιστήμη, όταν η νόησις είναι θεωρητική και το συμπέρασμα αποδεικτόν· γ') δόξα αληθής, όταν το συμπέρασμα (ή κρίσις) είναι αληθές, αλλά δεν προκύπτει δι' επιστημονικής πορείας ή δεν είναι αποδεικτόν.
5) Υπόληψιν λέγει ο Αριστοτέλης. Είδη της υπολήψεως είναι επιστήμη, δόξα, φρόνησις και τα εναντία αυτών.
6) Να φέρωμεν κρίσιν επί αντιλήψεως,
7) Η φαντασία είναι ελευθέρα εις την μόρφωσιν εικόνων, η κρίσις όμως δεν είναι αυθαίρετος. Δι' ό η κρίσις είναι αναγκαίως αληθής ή ψευδής, οφείλει δε να είναι αληθής.
8) Δεν υπάρχει δύναμις, διότι βλέπομεν υπνώττοντες την εικόνα, αλλ' ούτε και ενεργεία όψις υπάρχει, διότι κοιμώμεθα.
9) Αναιρεί την διδασκαλίαν του Πλάτωνος, λέγοντος ότι, όταν αισθανώμεθά τι και προσέτι έχωμεν την δόξαν ότι τούτο ούτως έχει, τότε αυτό είναι η φαντασία.
10) Πρέπει άρα η αίσθησις και η δόξα να συμφωνώσι και να μη αντιμάχωνται, ίνα ενωθώσι και αποτελέσωσι την φαντασίαν, αλλ' αν η μία αληθεύη και η άλλη ψεύδηται, ως εν τω παρατιθεμένω παραδείγματι του ηλίου, αδύνατον να συμπλακώσιν εις μίαν φαντασίαν.
11) Όπερ αδύνατον.
12) Ανάγκη ή να αποβάλη τις την αληθινήν δόξαν περί ηλίου, ή φυλάττων αυτήν να αμελή της αισθήσεως. Αλλά είναι αδύνατον να αποβάλη την δόξαν, ενώ και το πράγμα δεν μετεβλήθη, αλλά διατηρείται και αυτό ομοίως, ως και ο δοξάζων· ούτε πάλιν φυλάττων την δόξαν δύναται να πιστεύη εις την φαντασίαν, ότι είναι ποδιαίος ο ήλιος.
13) Τα να είναι αληθής ή ψευδής η φαντασία.
14) Της αντιλήψεως των ιδιαζόντων εις έκαστον, ως λ.χ. το φως είναι ίδιον της όψεως.
15) Τα στάδια της γνώσεως είναι τρία: Πρώτον είναι η αίσθησις, δεύτερον η φαντασία, η δύναμις της χρήσεως εικόνων απόντων αντικειμένων, και τρίτον ο νους. Η φαντασία προϋποθέτει αναγκαίως την αίσθησιν και ο νους την φαντασίαν. Η αίσθησις χορηγεί εις την ψυχήν πληθύν εντυπώσεων και εικόνων του εξωτερικού κόσμου, και αναφέρεται εις παρόν αντικείμενον. Η φαντασία είναι η δύναμις του φυλάττειν και αναπλάττειν τας εντυπώσεις και τας εικόνας, όταν τα αντικείμενα δεν είναι παρόντα. Είναι δε φανερόν, ότι άνευ της φαντασίας ούτε μνήμη ούτε νόησις δύνανται να λειτουργήσωσιν. Η λέξις φαντασία δηλοί και την δύναμιν και το φάντασμα, ήτοι την εσωτερικήν εικόνα απόντος αισθητού αντικειμένου. Προσέτι δηλοί και την εμφάνειαν και το ψευδές φάσμα. Η πιστή εικών του πραγματικού είναι τόσον αληθής, όσον και το αίσθημα. Ούτως η φαντασία παρέχει εικόνα και φως εντός της ψυχής. Είναι δε διττή, φαντασία αισθητική, ήτοι αναπλαστική των εικόνων του πραγματικού κόσμου, και φαντασία λογιστική, ήτοι πλαστική ή δημιουργική, ήτις ανήκει μόνον εις τον άνθρωπον, ενώ την πρώτην έχουσι και τα κτήνη.
Η φαντασία, ως δύναμις δεχομένη ή τηρούσα τας εικόνας, είναι η πηγή της μνήμης και της αναμνήσεως.—Φαντασία και μνήμη διαφέρουσι κατά δύο τινά: α') η μνήμη θεωρεί το φάντασμα ως εικόνα, ως αντίτυπον πράγματός τινος, ενώ η φαντασία θεωρεί αυτό απλώς ως εικόνα, β') η μνήμη θεωρεί ότι το πράγμα, ου αντίτυπον είναι το φάντασμα, έχομεν ίδει ή μάθει, αναγνωρίζομεν αυτό ως μέρος παρελθούσης εμπειρίας.—Ανάμνησις είναι η βεβουλευμένη και συνειδητή αναπόλησις της εικόνος, εξαρτάται δε εκ του αρχικού συνειρμού των κινήσεων ή των στοιχείων. Δυνάμει του συνειρμού τούτου μία εικών αναπλάθεται υπ' άλλης πρότερον συνδεθείσης μετ' αυτής. Οι νόμοι αυτού είναι 1) ο του ομοίου, 2) ο του εναντίου, 3) ο του σύνεγγυς ή συνεχόμενου. Η δημιουργική φαντασία πλάττει εικόνας, οίτινες δεν αντιστοιχούσι προς παρελθούσας εμπειρίας ή αισθήσεις, αλλ' έχουσι μόνον ιδανικήν ή υποκειμενικήν ύπαρξιν. Τοιαύται εικόνες είναι και αι φαντασίαι καθ' ύπνους και εν παραφροσύνη, αλλά και αι της καλλιτεχνίας κλπ. Η φαντασία αύτη χορηγεί εις τον νουν γενικάς εικόνας προς σχηματισμόν γενικών εννοιών.

*Ἀριστοτέλους Περὶ Ψυχῆς, Μετάφραση-Σχόλια: Παύλου Γρατσιάτου, Εκδόσεις Φέξη, Αθήνα, 1911.