Thursday, 9 January 2020

ALEXIS DE TOCQUEVILLE


   Ο Alexis de Tocqueville γεννήθηκε στις 29 Ιουλίου του 1805 στην πόλη Verneuil της Νορμανδίας. Προερχόταν από την αρχαιότερη αριστοκρατική οικογένεια της περιοχής και μεγάλωσε στον Πύργο του Verneuil. Σπούδασε νομικά στο Παρίσι και έγινε δικαστικός. Το 1831, μαζί με τον επιστήθιο φίλο του Gustave de Beaumont, επίσης δικαστικό, πήγε στις ΗΠΑ με αποστολή για να μελετήσει το νέο σωφρονιστικό σύστημα. Από το εν λόγω ταξίδι προέκυψε το 1832 το κοινό τους έργο για το σωφρονιστικό σύστημα των ΗΠΑ και τις δυνατότητες εφαρμογής του στην Γαλλία. Από τις εντυπώσεις του εκεί, σε συνδυασμό με ένα μεγάλο ταξίδι που έκανε στην Αγγλία, προέκυψε επίσης το 1835 το magnum opus του που τον έκανε διεθνώς διάσημο: “Η Δημοκρατία στην Αμερική”. Ακολούθησε το δεύτερο μέρος του έργου του το 1840, ενώ λίγο αργότερα τα δύο μέρη ενσωματώθηκαν σε μία ενιαία και αναβαθμισμένη έκδοση. Η επιτυχία του έργου, το οποίο λογίζεται ως το πρώτο σύγχρονο κοινωνιολογικό βιβλίο καθώς και η σημαντικότερη ανάλυση της γένεσης της αμερικανικής κοινωνίας και του νομικού της συστήματος, υπήρξε εντυπωσιακή: εξασφάλισε στον Tocqueville βραβεία, διακρίσεις καθώς και την εκλογή του στην Ακαδημία Ηθικών και Πολιτικών Επιστημών το 1836 και στην Γαλλική Ακαδημία το 1844. Η φήμη που απέκτησε του άνοιξε τον δρόμο για την πολιτική. Εκλέχθηκε για πρώτη φορά βουλευτής το 1839. Στην Βουλή ο Tocqueville τήρησε ανεξάρτητη στάση• επέλεξε τα έδρανα της αντιπολίτευσης προς το καθεστώς του Βασιλέως Λουδοβίκου-Φιλίππου του Οίκου των Βουρβόνων της Ορλεάνης, του αποκαλούμενου και “αστού Βασιλέως”. Παρέμεινε βουλευτής καθ’ όλη την διάρκεια του 1840 και ασχολήθηκε με την νομοτεχνική προπαρασκευή των σημαντικότερων μεταρρυθμίσεων και, κυρίως, με την κατάργηση της δουλείας στις αποικίες της Γαλλίας. Η παρουσία του στην Βουλή ήταν σπάνια διότι ο ίδιος πίστευε ότι δεν διέθετε το χάρισμα του λόγου. Στις 27 Ιανουαρίου του 1848, πάντως, στην διασημότερη αγόρευση του προέβλεψε την επερχόμενη επανάσταση. Πράγματι, στις 22-23 Φεβρουαρίου ξέσπασε εξέγερση στις λαϊκές συνοικίες του Παρισίου που ανέτρεψε τον Οίκο της Ορλεάνης και οδήγησε στην ανακήρυξη της Δεύτερης Γαλλικής Δημοκρατίας. Ο Tocqueville εξελέγη στη νέα Συντακτική Συνέλευση και κατάρτισε το νέο Σύνταγμα της Δημοκρατίας. Τα χρόνια 1848-51 απέδειξαν ότι η Γαλλία δεν διέθετε τις προϋποθέσεις για ένα φιλελεύθερο πολίτευμα αντίστοιχο της Αγγλίας και των ΗΠΑ. Για αυτό και συντάχθηκε με τον στρατηγό Cavaignac για να ανακόψει την άνοδο του Λουδοβίκου-Ναπολέοντα Βοναπάρτη, στον λαϊκισμό του οποίου διέβλεπε –και, πάλι, σωστά- την απειλή νέας δικτατορίας. Καθ’ όλη την διάρκεια της “Μοναρχίας του Ιουλίου” ο Tocqueville προωθούσε την επέκταση του δικαιώματος της ψήφου ώστε να εκτονωθούν οι πολιτικές εντάσεις και να αποφευχθεί μία ακόμα επανάσταση. Δεν τα κατάφερε και η όξυνση των κοινωνικών εντάσεων οδήγησε σε κλιμάκωση της βίας και σε νέα επανάσταση. Το επόμενο έτος ο Tocqueville επανεξελέγη στη Νομοθετική Συνέλευση, της οποίας μάλιστα έγινε αντιπρόεδρος. Για να συμβάλει στην ανάσχεση της τάσης προς επιβολή δικτατορίας που διέβλεπε στις προθέσεις του νέου προέδρου, του Λουδοβίκου-Ναπολέοντα Βοναπάρτη, δέχτηκε να μετάσχει στην κοινοβουλευτική κυβέρνηση του Odilon Barrot. Ως Υπουργός Εξωτερικών της εν λόγω Κυβέρνησης διαχειρίστηκε το ακανθώδες ζήτημα της κατάληψης της Ρώμης από γαλλικά στρατεύματα τα οποία ανέτρεψαν την βραχύβια “Ρωμαϊκή Δημοκρατία” που αναδύθηκε από την επανάσταση του 1848. Οι χειρισμοί της γαλλικής διπλωματίας κατέληξαν στην παλινόρθωση του Πάπα Πίου Θ’ ως κοσμικού ηγεμόνα, πράγμα που ήταν αντίθετο απ’ αυτό που επεδίωκε ο Tocqueville. Μετά την πτώση της Κυβέρνησης του Οκτωβρίου του ίδιου έτους παρέμεινε σταθερά στην αντιπολίτευση κατά του Λουδοβίκου-Ναπολέοντα. Τελικά, όπως είχε προβλέψει, ο Βοναπάρτης έκανε πραξικόπημα, για το οποίο ο Marx είχε γράψει το περίφημο “την πρώτη φορά ως τραγωδία, την δεύτερη ως φάρσα” (σε αντιπαραβολή με τον Ναπολέοντα Α’). Ο Tocqueville προσυπέγραψε, ως απάντηση στο πραξικόπημα, στις 2 Δεκεμβρίου του 1851 στο Δημαρχείο του Δέκατου Διαμερίσματος του Παρισίου την Διακήρυξη που ζητούσε την προσαγωγή του Λουδοβίκου-Ναπολέοντα Βοναπάρτη σε δίκη. Η ενέργεια του αυτή τον οδήγησε στη φυλάκιση του στον πύργο της Vincennes, στο δωμάτιο που παλιότερα είχε κρατηθεί ο Diderot και άλλοι σημαντικοί εκπρόσωποι του Διαφωτισμού. Αυτό υπήρξε και το τέλος της πολιτικής σταδιοδρομίας του Tocqueville. Υπό το δικτατορικό καθεστώς του "Ναπολέοντα του μικρού", ο Tocqueville, πικρά απογοητευμένος, αποσύρθηκε σε αυτόεξορία. Σε όλο το υπόλοιπο της ζωής του θα καταφύγει στην ιστορική, οικονομική και κοινωνιολογική έρευνα και συγγραφή αναζητώντας του λόγους αποτυχίας εδραίωσης της ελευθερίας στην πατρίδα του, έπειτα από 70 ολόκληρα χρόνια επαναστάσεων, δικτατοριών και παλινορθώσεων. Το ερώτημα που τον απασχολούσε ήταν γιατί η Γαλλική Επανάσταση απέτυχε τόσο πολύ να μετατρέψει την Γαλλία σε Αμερική ή Αγγλία. Οι απαντήσεις που έδωσε είναι πολλές, αλλά η βασικότερη είναι η ίδια η ιστορική παράδοση της Γαλλίας, με όλες τις ιδιαιτερότητες της που αναλύει διεξοδικά. Η μελέτη του αυτή καταλήγει στο τελευταίο έργο και πολιτική του παρακαταθήκη το “Το Παλαιό Καθεστώς και η Επανάσταση”.
  
Κατά την αυτόεξορία του ο Tocqueville ξεκίνησε αμέσως την έρευνα του ιστορικού προβλήματος που τον απασχολούσε. Πρωταρχικός του σκοπός ήταν να συλλέξει όσες περισσότερες πληροφορίες μπορούσε για την οικονομική πολιτική της Φεουδαρχίας και του Παλαιού Καθεστώτος στην Γαλλία για να τεκμηριώσει τις αλλαγές που έφερε η Επανάσταση. Γρήγορα όμως έπεσε πάνω σε αδιέξοδο, μόλις ανακάλυψε ότι όλα τα αρχεία του Δημαρχείου των Παρισίων για πριν από το 1787 είχαν καεί στην εξέγερση της Κομμούνας του 1871. Απογοητευμένος και μη μπορώντας να προχωρήσει τις έρευνες του μετακόμισε στην περιοχή της Τουρ, στις όχθες του Λίγηρα. Εκεί τον επισκέφτηκε ένας κύριος που τον κάλεσε να τον επισκεφτεί στα γραφεία του που βρίσκονταν στο αρχείο της Τουρ. Ο κύριος αυτός, που δήλωσε θαυμαστής του, ήταν ο διευθυντής των αρχείων της Τουρ, Charles de Grandmaison. Όταν τον επισκέφτηκε ο Tocqueville βρήκε στην αρχειοθήκη της Τουρ όλα τα αρχεία που χρειαζόταν για την έρευνα του και συνεργάστηκε στενά με τον Charles de Grandmaison για το γράψιμο του νέου του βιβλίου. Το υλικό του αρχείου άλλαξε ριζικά την θέαση που είχε ο Tocqueville για το Παλαιό Καθεστώς και την Επανάσταση.
  
Ο ιστορικός του λόγος είναι πρωτότυπος, λιτός και οι αναλύσεις του ρεαλιστικές. Οι ιστορικοί της εποχής που είχαν καταπιαστεί με την επανάσταση έγραφαν επική και λογοτεχνίζουσα ιστορία: εκθείαζαν συνέχεια τον “ηρωισμό του έθνους”, την “πατρίδα”, την “αυτοθυσία”, την “αυταπάρνηση” κ.ο.κ. Στην πραγματικότητα, δεν υπήρχε ούτε μία ρεαλιστική και επιστημονικά τεκμηριωμένη ανάλυση της επανάστασης: οι μισοί την εκθείαζαν και οι άλλοι μισοί την έθαβαν.
  
Ο Tocqueville ήταν απ’ τους ελάχιστους αριστοκράτες που όχι μόνον αποδέχθηκε την νέα κατάσταση, την Δημοκρατία και την άρση των προνομίων (και των δικών του και της οικογένειας του), αλλά και που έγινε ο πιο παθιασμένος υπέρμαχος της ελευθερίας. Βασική του φιλοσοφική επίδραση ήταν ο Montesquieu, του οποίου θεωρείται συνεχιστής. Πολιτικά εντάσσεται στον Κλασικό Φιλελευθερισμό, χωρίς ωστόσο να ανήκει κάπου συγκεκριμένα εντός του. Όντας σκεπτικιστής, ασκεί δριμύτατη κριτική τόσο στους συντηρητικούς φιλελεύθερους του Guizot που δεν αποδέχονταν την νέα κατάσταση όσο και στους ριζοσπάστες φιλελεύθερους του Rousseau, τον οποίο απεχθανόταν τόσο ηθικά όσο και πολιτικά ως δεσποτικό. Στην πραγματικότητα ο Tocqueville δεν μπήκε ποτέ σε κανένα καλούπι και αυτό του στοίχισε την μοναχική του πορεία.
  
Η κριτική του Tocqueville καταλήγει στα δύο σοβαρότερα, κατ’ αυτόν, προβλήματα της νεωτερικότητας. Το πρώτο είναι η ακραία εξατομίκευση των νέων Δημοκρατιών που καταστρέφει όλες τις μορφές κοινωνικής αλληλεγγύης. Αυτό το συμπέρασμα του αφορούσε κυρίως την Αμερική, όπου παρατήρησε ότι η ριζική εξατομίκευση της νεωτερικότητας άφηνε τους πάντες αδιάφορους για τον συνάνθρωπο τους υποσκάπτοντας την κοινωνική συνοχή. Η νέα κεφαλαιοκρατική οικονομία προήγαγε τόσο ριζικά την εξατομίκευση που δεν άφηνε κανένα περιθώριο για δεσμούς κάθετης αλληλεγγύης. Η διαρκής εξατομίκευση είχε ως αποτέλεσμα όχι την πολιτική ισότητα, αλλά τον εξισωτισμό: γίνονται όλοι άτομα απέναντι στο κράτος δημιουργώντας έτσι τις μαζικές βιομηχανικές κοινωνίες. Το πρόβλημα του εξισωτισμού έγκειται στο ότι δημιουργείται μία διαλεκτική ανάμεσα στην τυρραννία της πλειοψηφίας και στον δημοκρατικό συγκεντρωτισμό του κράτους, το οποίο μεταμορφώνεται σε ένα πανίσχυρο κράτος που οι μάζες εναποθέτουν κάθε εξουσία και ελπίδα. Το πρόβλημα, για τον Tocqueville, είναι ακριβώς αυτό το ισχυρό κράτος που στηρίζονταν όλες οι προσδοκίες των μαζών και, το οποίο, διά του συγκεντρωτισμού, απέβαινε η μεγαλύτερη απειλή για την ελευθερία. Χωρίς να το ξέρει, περιγράφει άψογα όλα όσα πρόκειται να ακολουθήσουν στον 20ο αιώνα. Ο Δημοκρατικός Δεσποτισμός και η Βία του Κράτους, όπως τα διέκρινε στην Γαλλική Επανάσταση, ήταν τα δύο προβλήματα της νεωτερικότητας. Η κριτική αυτή, όπως είναι λογικό, δεν άρεσε σε κανέναν στην εποχή του, ούτε βέβαια ήταν και σε θέση να την κατανοήσει κάποιος σε όλες της τις ιστορικές διαστάσεις.
  
Το συμπέρασμα του στο “Το Παλαιό Καθεστώς και η Επανάσταση” είναι, συνοπτικά, το εξής:
Οι περισσότερες κατακτήσεις της επανάστασης, δεν ήταν κατακτήσεις της επανάστασης, αλλά του Παλαιού Καθεστώτος. Ο Λουδοβίκος για να αντιμετωπίσει της συνεχόμενες οικονομικές κρίσεις και χρεοκοπίες επέβαλλε τον ολοένα αυξανόμενο διοικητικό συγκεντρωτισμό στην Γαλλική Φεουδαρχία με αποτέλεσμα να δημιουργήσει το πρώτο Κράτος. Η Διοικητική Κηδεμονία, η εγγυημένη θέση του δημόσιου αξιωματούχου απέναντι στον Πολίτη, η πλησμονή και η λαιμαργία των δημόσιων αξιωμάτων, η δεσπόζουσα θέση του Παρισίου, ο ακραίος κατακερματισμός της γης και η αναίρεση της τοπικής εξουσίας των φεουδαρχών είχαν επιτευχθεί πριν από το 1789. Η Απολυταρχία του Λουδοβίκου δημιούργησε το Κράτος, όχι οι επαναστάτες, αυτοί απλώς το διεκδίκησαν επιβεβαιώνοντας αυτά που θα πει αργότερα ο Weber για την πολιτική ως αγώνα για την κατάκτηση της κεντρικής εξουσίας. Επιπλέον, τα περισσότερα κεκτημένα της επανάστασης, δεν ήταν της επανάστασης, αλλά είχαν επιτευχθεί ήδη απ’ τις παραμονές της κατά τις ολοένα αυξανόμενες παραχωρήσεις του Λουδοβίκου. Όλα αυτά τα τεκμηριώνει μέσα από τα αρχεία του Παλαιού Καθεστώτος, από την οικονομική και κοινωνική πολιτική του. Τότε, ποιο το νόημα μίας τέτοιου διαμετρήματος επανάστασης; Σε αυτό απαντάει ο Tocqueville με την πρωτότυπη “Θεωρία της Επανάστασης” του που θεωρείται και η σημαντικότερη στη σύγχρονη πολιτική επιστήμη. Η επανάσταση δεν προκύπτει απλά απ’ την οικονομική εξαθλίωση, υποστηρίζει ο Tocqueville. Αντίθετα, προκύπτει από τις “ανερχόμενες κοινωνικές προσδοκίες” για ένα καλύτερο αύριο οι οποίες αναδύονται μέσα από την γενικότερη βελτίωση των συνθηκών ζωής και της διευρυνόμενης ευημερίας. Με άλλα λόγια, αυτό που απέδειξε ο Tocqueville, είναι ότι η επανάσταση ξεκίνησε στις περιοχές της Γαλλίας όπου βελτιώθηκε οριακά το επίπεδο συνθηκών διαβίωσης, π.χ. στο Παρίσι, κι όχι στις περιοχές της μεγάλης εξαθλίωσης, π.χ. στην επαρχία. Η απότομη πρόοδος προκαλεί την επανάσταση, καταλήγει ο Tocqueville, όχι το αντίστροφο . Οι “Οριακές Κοινωνικές Προσδοκίες”, μέσα από μία ξαφνική πρόοδο, είναι αυτές που παρακινούν τον λαό σε επανάσταση, αφού μόνον όταν ο κόσμος αντιληφθεί αντικειμενικά την κοινωνική δυνατότητα βελτίωσης, την οποία δεν του επιτρέπει η κεντρική εξουσία να πραγματώσει, επαναστατεί για αυτήν. Η οικονομική εξαθλίωση μάλλον αναιρεί κάθε ελπίδα και προσδοκία για κάτι καλύτερο, παρά βοηθάει στην ριζοσπαστικοποίηση. Θα πρέπει να βιώσει ο λαός την πρόοδο για να αντιληφθεί τις κοινωνικές του δυνατότητες και να καλλιεργήσει Κοινωνικές Προσδοκίες (με την έννοια που και ο Niklas Luhmann θα ορίσει πολύ αργότερα) ούτως ώστε να διεκδικήσει κάτι καλύτερο. Πρόκειται για το “Tocqueville effect” ή “Tocqueville paradox” ή, όπως αποκαλείται στα ελληνικά, για την Θεωρία της Επανάστασης των “ανερχόμενων προσδοκιών”. Η αντικειμενική βελτίωση των κοινωνικό-οικονομικών συνθηκών ζωής προκαλούν την οριακή κοινωνική προσδοκία, εφόσον αυτές την κάνουν εμπράγματα ορατή. Η μεθοδολογική προσέγγιση του Tocqueville είναι, στην πραγματικότητα, η πρώτη Κοινωνική Ψυχολογία.

*Οι βιογραφικές πληροφορίες είναι αντλημένες από τα Προλεγόμενα του Πασχάλη Κιτρομηλίδη στην ελληνική μετάφραση του "Το Παλαιό Καθεστώς και η Επανάσταση" του Alexis de Tocqueville, από τις εκδόσεις Πόλις (2012).