Wednesday, 9 December 2020

MACBETH (2015) BY JUSTIN KURZEL

 

She should have died hereafter;
There would have been a time for such a word.
— To-morrow, and to-morrow, and to-morrow,
Creeps in this petty pace from day to day,
To the last syllable of recorded time;
And all our yesterdays have lighted fools
The way to dusty death.
Out, out, brief candle!
Life is but a walking shadow, a poor player
That struts and frets his hour upon the stage
And then is heard no more. It is a tale
Told by an idiot, full of sound and fury
Signifying nothing.

— Macbeth (Act 5, Scene 5, lines 17–28)


Το 'Macbeth' (The Tragedy of Macbeth) είναι θεατρικό έργο και τραγωδία του William Shakespeare. Όπως όλες οι τραγωδίες του Shakespeare, είναι κι αυτό βαθιά πολιτικό: αφορά μία βασιλοκτονία ενώ καταπιάνεται με το πρόβλημα της ισχύος και την τραγικότητα που εμπεριέχει (την "αυτόνομη δυναμική της ισχύος και της τραγικότητας της", όπως έγραφε ο Καστοριάδης στην ανάγνωση του της Ιστορίας του Θουκυδίδη). Άλλα θέματα, είναι ο μηδενισμός, η ηδονή της αυτεπίτασης της ισχύος, η βούληση για ισχύ (Will to Power), η απληστία, η μεγαλομανία και η αλαζονεία. Πρόκειται για την μικρότερη σε έκταση τραγωδία του Shakespeare καθώς και για την πιο σκοτεινή και πιο αιματηρή. Στον κόσμο του θεάτρου θεωρείται "καταραμένη", απέφευγαν να την παίξουν για αιώνες και δεν την αποκαλούσαν ποτέ με το όνομα της, αλλά ως "Το Σκωτσέζικο Έργο".

Η υπόθεση του έργου, συνοπτικά, είναι η εξής:

Ο Στρατηγός Macbeth (Thane of Glamis, αργότερα Thane of Cawdor και, τέλος, King of Scotland), επιστρέφει νικητής από μία μεγάλη μάχη που έδωσε για τον Βασιλιά του, Duncan. Κατά την επιστροφή του, συναντάει με τον φίλο του και δεξί του χέρι στη μάχη, Banquo, τρεις μάγισσες που του δίνουν μία προφητεία: στον μεν Macbeth λένε ότι θα γίνει Βασιλιάς και στον δε Banquo ότι τα τέκνα του θα γίνουν Βασιλιάδες. Παρακινούμενος από αχαλίνωτη φιλοδοξία αλλά και υπό την επίδραση της επίσης υπερφιλόδοξης και μοχθηρής γυναίκας του, Lady Macbeth, σκοτώνει τον Βασιλιά και παίρνει τον θρόνο του, γίνεται σφετεριστής και τύραννος. Στην πορεία αρχίζει να βλέπει σε οράματα τον δολοφονημένο Βασιλιά του Duncan και αρχίζει να γίνεται καχύποπτος φοβούμενος μην χάσει την εξουσία του. Έχοντας στη μνήμη του τη προφητεία των μαγισσών ότι ο φίλος του, στρατηγός Banquo, θα αποκτήσει τέκνα που θα γίνουν Βασιλιάδες, διατάζει δύο δολοφόνους να φονεύσουν τον Banquo. Καθώς οι δολοφόνοι σκοτώνουν τον Banquo ο γιος του, Fleance, διαφεύγει. Ο Macbeth, έπειτα από τον φόνο και του φίλου του, επιστρέφει στις μάγισσες για να τις ρωτήσει αν διατρέχει κάποιον άλλο κίνδυνο να χάσει την εξουσία του. Αυτές του δίνουν μία νέα προφητεία: "δεν πρόκειται να ηττηθείς πριν το δάσος Μπέρναμ φθάσει στη Δουνσιναία", και "δεν γίνεται να πεθάνεις από άνθρωπο γυναικογεννημένο". Εν τω μεταξύ, η σύζυγός του, Lady Macbeth, η οποία τον είχε υποκινήσει στην βασιλοκτονία, βασανιζόμενη από τύψεις και νευρικές κρίσεις, σηκώνεται από το κρεβάτι της και ως υπνοβάτης αντιλαμβάνεται ότι τα χέρια της είναι αιματοβαμμένα και αυτοκτονεί. Ο Macbeth βλέπει σε οράματα και τον Banquo και αρχίζει να τρελαίνεται. Αρχίζει να δολοφονεί έναν έναν τους μάρτυρες των εγκλημάτων του και εν συνεχεία όποιον τον υποψιάζεται για έγκλημα. Ο πρωτότοκος γιος του Βασιλιά Duncan, Malcolm, που είχε δραπετεύσει έπειτα από τον φόνο του πατέρα του, συγκεντρώνει στρατό και κινείται προς το Κάστρο για να εκδικηθεί και να πάρει πίσω τον θρόνο. Για να μη γίνει όμως αντιληπτός, διατάζει τους στρατιώτες του να κόψουν κλαδιά από το δάσος Μπέρναμ για να τα χρησιμοποιήσουν ως καμουφλάζ. Από το Κάστρο, ο στρατός του Malcolm που πλησιάζει φαίνεται σαν ένα δάσος που κινείται. Ο Macbeth κατανοεί το πραγματικό νόημα της προφητείας και τρέπεται σε φυγή. Τον προλαβαίνει όμως ο Macduff (Thane of Fife), του οποίου την οικογένεια είχε επίσης σφάξει, και τον προκαλεί σε μονομαχία. Ο Macbeth του λέει ότι δεν μπορεί να σκοτωθεί από άνθρωπο που γεννήθηκε από μήτρα, και ο Macduff του απαντάει ότι βγήκε από κοιλιά γυναίκας (καισαρική), και τον σκοτώνει άγρια.

Στον κινηματογράφο τώρα: δύο μεγάλες αποδόσεις γνώρισε το έργο, αυτή του Orson Welles "Macbeth" (1948) και αυτή του Roman Polanski, "Macbeth" (1971). Ο Welles γύρισε τη δική του μέσα σε 23 ημέρες με, σχεδόν, μηδενικό budget - αφού μετά τον Πολίτη Κέιν κανείς δεν τον χρηματοδοτούσε πια. Το έθαψαν και αυτό το έργο του και τον πολέμησαν, πάλι, αβυσσαλέα. Σήμερα αναγνωρίζεται ως αριστούργημα. Ο Macbeth του Welles έχει πολλές αλλαγές και προσθήκες, πράγμα που για εκείνη την εποχή ήταν αδιανόητο, π.χ. βάζει έναν χριστιανό προφήτη μέσα στο έργο και προάγει την διαμάχη του παγανισμού και της μαγείας με τον χριστιανισμό, pattern που σαφώς δεν υφίσταται μέσα στο έργο του Shakespeare. Αλλάζει και πολλά άλλα από το πρωτότυπο, με αποτέλεσμα να ξεσηκωθούν (τότε) οι πάντες. Αυτή η πρακτική σήμερα, εν τω μεταξύ, αποτελεί κοινό τόπο.. και σε αυτό πρωτοπόρος. Η σκηνοθεσία του, εικόνα κτλ είναι αυτή του γερμανικού εξπρεσιονισμού, στην αμερικανική noirish εκδοχή του, που είναι και η αγαπημένη μου κινηματογραφική οπτική. Δένει τέλεια με τον Macbeth, μέσα στα σκοτάδια και τους καπνούς, που σε συνδυασμό με το απίστευτο παίξιμο του Welles, το έργο απογειώνεται: πρόκειται για μεγάλη καλλιτεχνική δημιουργία. Στην εκδοχή του Polanski τώρα, κι αυτός προάγει δικά του patterns (από την προσωπική του ζωή και ιστορία, όπως συνηθίζει στις περισσότερες ταινίες του να κάνει) μέσα από το έργο, χωρίς όμως να το αλλάζει τόσο από το πρωτότυπο. Η κινηματογραφική οπτική του Polanski είναι φυσιοκρατική, πράγμα που, κατά την άποψη μου, ξεραίνει το έργο, το οποίο βέβαια παρουσιάζει μεγαλύτερη συνοχή και γραμμικότητα από τον Macbeth του Welles. Του Polanski είναι μία πολύ καλή απόδοση, χωρίς να έχει όμως τίποτα το ιδιαίτερο. Απαραίτητη μνεία στον Macbeth που ετοίμαζε ο Laurence Olivier και που δεν πραγματώθηκε ποτέ λόγω έλλειψης κεφαλαίων, αλλά και στην νέα εκδοχή του Macbeth που θα βγει το 2021 από τους αδελφούς Cohen - ανυπομονώ να δω την κοενική απόδοση του Macbeth. Πρόσφατα όμως είδα και μία ακόμα κινηματογραφική εκδοχή του σαιξπηρικού έργου: το Macbeth (2015) του Justin Kurzel, με τον Michael Fassbender ως Macbeth και την Marion Cotillard ως Lady Macbeth. Ο Justin Kurzel αποδίδει πιστά, ίσως πιο πιστά από κάθε άλλον μέχρι στιγμής, το έργο του σαίξπηρ. Τι καινούριο προσφέρει; Μία απίστευτη κινηματογραφική εμπειρία, αφού η σκηνοθεσία και η εικόνα του είναι αριστουργηματικές. Η ποιητική διάλεκτο που διατηρεί η ταινία συνοδεύεται με κινηματογραφικό λυρισμό και δυνατή εικόνα, με backround τα Highlands της Σκωτίας και τις σκηνές μάχης ανεπτυγμένες σε slow-motion σεκάνς. Η ταινία μπορεί να συνοψιστεί ως εξής: ποίηση στα λόγια, ποίηση και στην εικόνα. Κατά την άποψη μου, πρόκειται για την πιο ενδιαφέρουσα απόδοση σαιξπηρικού έργου.

Και μία αλλαγή του έργου που απογειώνει την ταινία: στην τελευταία σεκάνς, στην μονομαχία του Macbeth με τον Macduff, ο στρατός του Malcolm δεν έχει κόψει κλαδιά για να καμουφλαριστεί, αλλά έχει βάλει φωτιά στο δάσος με αποτέλεσμα η προφητεία να επαληθεύεται με άλλο τρόπο: το δάσος φτάνει στον Macbeth μέσα από τις στάχτες του που φέρνει ο άνεμος. Όλη η τελευταία σεκάνς είναι κατακόκκινη μέσα στις φλόγες.



*By Philippos V Philios.


MANK (2020) BY DAVID FINCHER

 

Το 'Mank' του David Fincher αφορά το παρασκήνιο της 'Μεγαλύτερης Ταινίας Όλων των Εποχών', του Citizen Kane (1941) του Orson Welles. Κατ' αρχάς να πούμε ότι, από ιστορική, τεχνική αλλά και περιεχομενική σκοπιά, το Citizen Kane είναι όντως η σημαντικότερη ταινία που έχει γυριστεί ποτέ. Για αυτό και, από τον θάνατο του Welles και έπειτα, άρχισαν να γυρίζονται ντοκιμαντέρ και ταινίες για αυτήν (το RKO 281 του 1999 παρουσιάζει μεγάλο ενδιαφέρον) που ασχολούνται με το πώς γυρίστηκε, τα εμπόδια που συνάντησε, το παρασκήνιο της καθώς και την μυθολογία που αναπτύχθηκε για αυτήν μέσα στα χρόνια. Εν προκειμένω, ο Fincher καταπιάνεται με το θέμα του screenplay, με σκοπό να αναδείξει και να αποδώσει φόρο τιμής στον Herman J. Mankiewicz ("Mank"), ο οποίος είναι ο πραγματικός εμπνευστής και συγγραφέας της ιστορίας του Citizen Kane. Ο Herman J. Mankiewicz, ιδιοφυής όπως και ο αδελφός του Joseph L. Mankiewicz που γύρισε αριστουργήματα, ήρθε σε επαφή τόσο με τον William Randolph Hearst όσο και με την μνηστή του Marion Davies στα χολιγουντιανά πάρτυ πίσω από τα φώτα της δημοσιότητας και βάσει των εντυπώσεων που αποκόμισε βιωματικά έγραψε το σενάριο, που ασφαλώς και αφορά την ζωή και την προσωπικότητα του Hearst, όσο κι αν το αρνήθηκαν με τον Welles στην πορεία. Ο Orson Welles ήταν, αυτός, ωστόσο, που του είχε προτείνει από την αρχή να συνεργαστούν και να γράψουν ένα σενάριο μαζί. Φαίνεται πως θα του έδινε χρήματα για να μείνει uncredit, τακτική που συνέβαινε συχνά και που, ιδίως ο Herman J. Mankiewicz έκανε συνέχεια, π.χ. και στο αριστουργηματικό 'The Wizard of Oz' (1939) του Victor Fleming συνέβαλε στο σενάριο, χωρίς να φάινεται πουθενά. Στην πορεία συγγραφής του σεναρίου όμως, ο αλκοολικός, τζογαδόρος, αυτοκαταστροφικός και σε παρακμή Herman J. Mankiewicz που θα πέθαινε 10 χρόνια αργότερα, κατάλαβε ότι αυτό που γράφει είναι το αριστούργημα της ζωής του, κυριολεκτικά το magnum opus του, και πως δεν μπορεί να το δώσει uncredit. Φυσικά, ο Orson Welles, όταν του το είπε, εξοργίστηκε, αλλά δέχτηκε εντέλει να εμφανιστούν ως co-screenwriters. Η άποψη μου είναι ότι όσο ιδιοφυία κι αν ήταν ο Welles, αυτό το σενάριο δεν θα μπορούσε ποτέ να το έχει γράψει στα 23 του. Ασφαλώς και το έγραψε ο 'Mank', ο οποίος γνώρισε από κοντά αυτά τα πρόσωπα, κι ο οποίος είχε την πείρα της ζωής για να διαυγάσει τέτοια συμβάντα και να τα μετουσιώσει γραπτώς. Αλλά, προφανώς και ο Welles το δούλεψε παράλληλα και του έκανε τις τελικές διορθώσεις - μην ξεχνάμε ότι αυτός είχε την χρηματοδότηση, αυτός το σκηνοθέτησε, αυτός πρωταγωνίστησε κτλ και αυτός είχε τον τελευταίο λόγο. Επομένως, ενώ το πρωταρχικό σενάριο το έγραψε ο Mank, και του αξίζουν τα credits, διότι ήταν ιδιοφυές, υπάρχει και Welles μέσα σε αυτό από μετέπειτα παρεμβάσεις, που δεν ήταν λίγες, και μόνον έτσι μπορεί να εξηγηθεί εντέλει η αριστουργηματική του απόδοση, τόσο σκηνοθετικά όσο και από ηθοποιία, που έκανε ο Welles.

Πέραν αυτών όμως, είναι σημαντικό που ο Fincher αποδίδει φόρο τιμής σε έναν όντως μεγάλο γραφιά, και διορθώνει μία ιστορική αδικία (κυριολεκτικά το χόλιγουντ χτίστηκε πάνω του και ξεχάστηκε). Είναι, επίσης, πολύ σημαντικό το θέμα που θίγει: η αναγνώριση της εργασίας ή, για να το θέσουμε και με σύγχρονους όρους, ο DF επιστρέφει στο θέμα της "πνευματικής ιδιοκτησίας", που έθιξε και στο The Social Network (2010) και αναδεικνύεται στην σύγχρονη εποχή όλο και πιο έντονα, ιδίως στους καλλιτεχνικούς χώρους.

Σαν ταινία, τώρα, το 'Mank', δεν λέει πολλά πράγματα και όσοι δεν γνωρίζουν ή δεν τους ενδιαφέρει η εν λόγω ιστορία, μάλλον θα πλήξουν. Δεν αφορά το ευρύ κοινό, αλλά μάλλον τους cinephiles, ιστορικούς και κριτικούς του cinema, για αυτό και επέλεξε ο DF να το βγάλει στο Netflix. Το chiaroscuro του δεν είναι έντονο, πράγμα που νομίζω συμβαίνει σε όλες τις σύγχρονες Noir αποδόσεις, όπως π.χ. και στο 'The Man Who Wasn't There' (2001) των αδελφών Coen. Αστοχούν όλες να πιάσουν το 'dark and gloomy' noir cinematography των 40s και 50s. Ίσως να είναι τεχνικό. Τον DF πάντα τον έλκυε το Noir cinematography, πράγμα που φαίνεται και στο Mindhunter (με εικόνα Erik Messerschmidt), αλλά και σε όλες τις υπόλοιπες τανίες του που είναι Noirish. Το σενάριο το έγραψε ο εκλειπών πατέρας του DF και ήταν οικογενειακή υπόθεση η ολοκλήρωση και το γύρισμα της εν λόγω ταινίας. Ο Gary Oldman παίζει εξαιρετικά, όπως πάντα.



*By Philippos V Philios.