Thursday, 5 September 2019

DR. STRANGELOVE OR: HOW I LEARNED TO STOP WORRYING AND LOVE THE BOMB (1964) BY STANLEY KUBRICK



“It is the stated position of the U.S. Air Force that their safeguards would prevent the occurrence of such events..”

   Η φράση αυτή τοποθετήθηκε στην αρχή και είναι χαρακτηριστική του ύφους και του χαρακτήρα του αριστουργήματος του Stanley Kubrick “Dr. Strangelove or: How I Learned to Stop Worrying and Love the Bomb” (1964) ή «S.O.S Πεντάγωνο καλεί Μόσχα», στην ελληνική του απόδοση.
   Ήταν το έτος 1964, όπου ο Ψυχρός Πόλεμος και η αντικομμουνιστική υστερία στην Αμερική βρίσκονταν στο αποκορύφωμά τους, οι διπλωματικές σχέσεις μεταξύ Δυτικού μπλοκ και Σοβιετικού μπλοκ ακροβατούσαν σε τεντωμένο σκοινί, καθώς αμφότερες οι πλευρές προχωρούσαν ανένδοτες στον πυρηνικό εξοπλισμό και η απειλή ενός Τρίτου και ολοκληρωτικά καταστροφικού Παγκοσμίου Πολέμου, ενώ η ανθρωπότητα δεν είχε ακόμα καλά καλά συνέλθει από τον Δεύτερο, ήταν πλέον ορατή, όταν ο Stanley Kubrick, ένας ήδη μεγάλος σκηνοθέτης που έμελλε να γίνει ένας απ’ τους σπουδαιότερους της ιστορίας της 7η Τέχνης, αποφάσισε στα 36 του χρόνια και με την έκτη μεγάλου μήκους ταινία του (έβδομη, αν συνυπολογίσουμε και το αποκηρυγμένο “Fear and Desire” του 1953) να αποτυπώσει στη μεγάλη οθόνη το παρανοϊκό κλίμα της εποχής. Με ποιό τρόπο όμως σκόπευε να το κάνει αυτό; Όχι με ένα πολιτικό δράμα, ούτε με ένα κατασκοπικό θρίλερ, αλλά με μία πολιτική σάτιρα μαύρης κωμωδίας (political satire black comedy). Ο Kubrick βασίστηκε για το σενάριο της ταινίας του στο μυθιστόρημα “Red Alert” (1958) του Peter George το οποίο διασκεύασε ελεύθερα μετατρέποντας το από sci-fi εσχατολογικό δυστοπικό θρίλερ σε βιτριολική πολιτική σάτιρα μαύρης κωμωδίας, διατηρώντας όμως ακέραιη και αναδεικνύοντας μάλιστα με τον δικό του μοναδικό τρόπο την προβληματική του βιβλίου για την ευκολία με την οποία μπορεί να επέλθει ένας πυρηνικός όλεθρος.

ΥΠΟΘΕΣΗ

   Ένας μανιώδης αντικομμουνιστής Στρατηγός, ο Jack D. Ripper (Sterling Hayden), διοικητής μιας αμερικανικής αεροπορικής βάσης, πεπεισμένος πως οι Σοβιετικοί σχεδιάζουν τη μαζική δηλητηρίαση του αμερικανικού λαού μέσω της φθορίωσης του νερού, εκμεταλλεύεται ένα απόρρητο σχέδιο επίθεσης με πυρηνικά όπλα εναντίον της Ρωσίας σε κατάσταση «εκτάκτου ανάγκης», για το οποίο δεν απαιτείται έγκριση του προέδρου των ΗΠΑ, στέλνοντας ένα βομβαρδιστικό Β52 της δικαιοδοσίας του να βομβαρδίσει με πυρηνικούς πυραύλους στρατηγικούς στόχους της Σοβιετικής Ένωσης. Στη συνέχεια σφραγίζει το στρατόπεδο του και κλείνει όλες τις διόδους επικοινωνίας με το αεροσκάφος ώστε να μην μπορεί κανείς να ανακαλέσει την επίθεση. Οι υπεύθυνοι της αμερικάνικης κυβέρνησης, πληροφορούμενοι το γεγονός, καλούν έκτατο πολεμικό συμβούλιο και προσπαθούν να επικοινωνήσουν με τον μεθυσμένο Ρώσο Πρόεδρο ώστε να ανατραπεί ο επικείμενος πυρηνικός πόλεμος. Κι ενώ το «Πεντάγωνο καλεί Μόσχα» αποκαλύπτεται ότι το Κρεμλίνο έχει κατασκευάσει έναν υπέρυπολογιστή ο οποίος είναι προγραμματισμένος να πυροδοτήσει αυτομάτως πυρηνική αντεπίθεση, με σχέδιο την ολοκληρωτική καταστροφή του πλανήτη, σε περίπτωση που θα δεχθεί επίθεση. Ο πρώην ναζί και νυν ειδικός σύμβουλος επί θεμάτων πυρηνικού εξοπλισμού των ΗΠΑ, Dr. Strangelove (Peter Sellers), καλείται να δώσει την ύστατη λύση, είναι όμως πλέον αργά για τη σωτηρία του πλανήτη και του ανθρώπινου πολιτισμού όπως τον ξέρουμε. Το - μόνον φαινομενικά - παράδοξο τέλος μετά τον αναπόφευκτο πυρηνικό όλεθρο βρίσκει τους «μεγάλους» να συνεχίζουν τα αλληλοκατασκοπευτικά τους σχέδια σαν να μη συνέβη τίποτε, ενώ ο πρώην ναζιστής και νυν επιστημονικός σύμβουλος των Αμερικανών να προτείνει ένα νέο πρόγραμμα επιβίωσης σε χαρακώματα με αναπαραγωγή 10 γυναικών ανά άνδρα για τα επόμενα 100 χρόνια ούτως ώστε να προλάβουν να διαιωνίσουν το είδος πιο γρήγορα απ’ ότι η ΕΣΣΔ, και γίνεται δεκτός με ενθουσιασμό..

ΑΝΑΛΥΣΗ & ΕΡΜΗΝΕΙΑ

   Υπόδειγμα σκηνοθετικής δεξιοτεχνίας, πλανοθεσίας κι αφηγηματικού ρυθμού, το Dr. Strangelove είναι άλλη μια έκλαμψη της ιδιοφυϊας του Kubrick, μία ακόμα άψογα μελετημένη και εκτελεσμένη σύλληψη του πιο περφεξιονιστή σκηνοθέτη (μαζί με τον Hitchcock) που παραμένει μισό αιώνα αργότερα το ίδιο φρέσκο και επίκαιρο όπως την εποχή που πρώτοκυκλοφόρησε. Σε μια εποχή αντισοβιετικής προπαγάνδας και υστερίας που ακούει στο όνομα «Ψυχρός Πόλεμος», ο Kubrick είχε τη διορατικότητα να μεταφέρει τον πραγματικό εχθρό εντός έδρας και να καταδείξει ότι αυτός δεν είναι άλλος από την μιλιταριστική ιδεολογία και τη μεγαλομανία της εξουσίας. Όλοι οι ήρωες του πατριαρχικού σύμπαντός του, πολύσημα ονοματοδοτούμενοι, είναι ουσιαστικά μεγάλα και ανώριμα αγοράκια που παίζουν με τα φαλλικά σύμβολα που βρίσκονται διάσπαρτα στην ταινία, από το πούρο του Jack Ripper και το λογύδριό του περί σωματικών υγρών μέχρι τον πύραυλο-βόμβα με ροντέο καβαλάρη-cow-boy τον αφελή και all American πιλότο του βομβαρδιστικού προς το οργασμικό ζενίθ της έκρηξης του μανιταριού. Όλη η ταινία είναι μία φροϋδική ανάλυση της ιδεολογίας του πολέμου ως ανταγωνισμός «μεγέθους» και επιβεβαίωση ανδρισμού με χαρακτηριστικότερη σκηνή τον μακρύ, εύκαμπτο σωλήνα που βγαίνει από το πίσω μέρος ενός αεροσκάφους καθώς ανεφοδιάζει με καύσιμα ένα δεύτερο και εφάπτεται άψογα σε μια προεξέχουσα κοιλότητα επιτυγχάνοντας την τέλεια «μηχανική διείσδυση». Ένας θίασος ηλιθίων που δεν μπορούν να δουν πέρα από τον φανατισμό τους και γι’ αυτόν ακριβώς τον λόγο βγάζουν τόσο γέλιο, αφού παίρνουν τον εαυτό τους πολύ στα σοβαρά, χωρίς ποτέ να αντιλαμβάνονται τη γελοιότητα των πράξεων και των λεγομένων τους.
   Η στενομυαλιά της στρατιωτικής εξουσίας και η ανικανότητα των πολιτικών να επιβάλλουν τον ορθολογισμό στη διεθνή διπλωματική σκηνή μετατρέπονται σε μία ατέρμονη και σπαρταριστή αλληλουχία συνεχών παρεξηγήσεων κι ευτράπελων που αποτυπώνονται τόσο με εξωφρενικούς διαλόγους και λογοπαίγνια (η ατάκα «Κύριοι, δεν μπορείτε να μαλώνετε εδώ μέσα. Είμαστε στην Αίθουσα Πολέμου!» έχει γίνει κλασική), όσο και με μια deadpan σοβαροφάνεια που αρμονίζει με τη μαεστρία του Kubrick την πολιτική σάτιρα με το slapstick. Τα πάντα είναι ενορχηστρωμένα στην εντέλεια και αρραγώς δομημένα οδηγώντας μέσα από την διαλεκτική εναλλαγή ανάμεσα στα τρία παράλληλα πεδία δράσης: την αποκλεισμένη από τον παράφρονα υπέρ-εθνικιστή στρατηγό αεροπορική βάση, την αχανή Αίθουσα Πολέμου με τον τεράστιο παγκόσμιο χάρτη στον τοίχο να στοιχειώνει το οβάλ τραπέζι των διαπραγματεύσεων και το βομβαρδιστικό αεροπλάνο, στην αναπόφευκτη κωμικότραγική κορύφωση, που δεν είναι άλλη από την πυρηνική έκρηξη και την καταστροφή του κόσμου, ενώ ένας σκηνοθέτης διαβόητος για τις αλλεπάλληλες λήψεις του μέχρι να πετύχει το ιδανικό για αυτόν αποτέλεσμα, όπως ο Kubrick, δε θα μπορούσε παρά να αποσπάσει τις ερμηνείες που θα ολοκλήρωναν το όραμά του, με πρώτο και καλύτερο τον Peter Sellers σε ένα ρεσιτάλ τριών παράλληλων ερμηνειών διαμετρικά αντίθετων μεταξύ τους (Dr. Strangelove, Πρόεδρος ΗΠΑ και Λοχαγός Mandrake), και τους George C. Scott (ο στρατηγός-εραστής Turgidson που συστήνεται ως φωνή απ’ την τουαλέτα), Sterling Hayden (ο παράφρονας υπέρ-εθνικιστής στρατηγός Ripper που δίνει εντολή για πυρηνική επίθεση κάτω από την ταμπέλα «Peace is our Profession») και Slim Pickens (ο ταγματάρχης-καμικάζι Kong που διαβάζει Playboy και «καβαλάει» την ρουκέτα στον στόχο της) να ακολουθούν ενώ την πρώτη του guest star εμφάνιση σε ταινία κάνει ο James Earl Jones. Οι τρεις ρόλοι που ενσαρκώνει ο Peter Sellers εκφράζουν τις εξής τρεις ψυχοσυνθέσεις: την καταπιεσμένη σαδιστική μεγαλομανία του πρώην ναζιστή με το μηχανικό χέρι που θυμάται το παρελθόν του αραιά και που (Dr. Strangelove), του αφελούς πλανητάρχη που άγεται και φέρεται απ’ τους συμβούλους τους και τους στρατόκαυλους που τον περιτριγυρίζουν (President Merkin Muffley, the President of the United States) και, τέλος, της φωνής της λογικής που ενσαρκώνει ο Βρετανός σύμβουλος του πολεμοχαρή στρατηγού Ripper (Group Captain Lionel Mandrake, a British RAF exchange officer).
   Στην ταινία σατιρίζονται και οι συγκεκριμένες παρανοϊκές πολιτικές που εφάρμοσαν τα δύο έθνη κατά τον Ψυχρό Πόλεμο, όπως η υποβάθμιση των αποφάσεων για πυρηνικά από τον Πρόεδρο στους στρατιωτικούς, το δίλημμα always/never που τους διακατείχε, η περίμετρος Dead Hand της ΕΣΣΔ με σένσορες για να ειδοποιηθούν αμέσως την επικείμενη επίθεση και η θεωρία του “missle gap”, του κενού δηλαδή ανάμεσα σε ΗΠΑ και ΕΣΣΔ όσον αφορά την ποσότητα και την ποιότητα των πυρηνικών πυραυλικών τους συστημάτων που δέσποζε τότε ως κυρίαρχη ιδεολογία.
   Ενώ ο κόσμος οδηγείται με ταχύτατους ρυθμούς απ’ την αρχή κιόλας της ταινίας προς την ολική του καταστροφή, ο τόνος δεν είναι ούτε δραματικός, ούτε όμως κωμικός. Διατηρείται, διαρκώς, στο ενδιάμεσο, αφού ο Kubrick δεν θέλει ούτε να φοβίσει ούτε να διασκεδάσει, αλλά να σου δείξει ότι αν ο κόσμος καταστραφεί, έτσι θα καταστραφεί: όχι βαρύγδουπα, αλλά ανάμεσα σε στρατηγούς που είναι στην τουαλέτα, ανάμεσα σε προέδρους που ανταλλάσσουν φιλοφρονήσεις ακόμα και στην πιο επείγουσα ώρα («Μα φυσικά και είναι πάντα χαρά μου να σε παίρνω, Dimitry»), πιλότους βομβαρδιστικών που ρίχνουν πυρηνικές βόμβες και λένε στους κατώτερους τους ότι εντάξει, άνθρωποι είμαστε και είναι λογικό να έχουμε δεύτερες σκέψεις, αλλά θα πάρουμε προαγωγή και παράσημα, simpe-minded καραβανάδες να προειδοποιούν «είτε καταφέρετε να επικοινωνήσετε με τον Πρόεδρο είτε όχι, στο τέλος θα λογοδοτήσετε στην Coca-Cola Company», απαιτώντας σεβασμό για την καταστροφή ενός αυτόματου πωλητή αναψυκτικών που συνιστά «ιδιωτική ιδιοκτησία» και όλα αυτά υπό τους στίχους του «We’ll Meet Again» της Vera Lynn.
   Ο Kubrick σκιαγραφεί τα πορτραίτα και τις ψυχοσυνθέσεις των «ηγετών» αυτού του κόσμου που κρατάνε στα χέρια τους την μοίρα εκατομμυρίων ανθρώπων μέσα από μία πολιτική σάτιρα, καυστική, σκωπτική, πολυεπίπεδη και διαποτισμένη μέχρι το μεδούλι με κατάμαυρο χιούμορ κάνοντας την ταινία όχι μόνον επίκαιρη, αλλά και προφητική για το τι περιμένει την ανθρωπότητα όταν αφήνει την τύχη της στα χέρια παράφρονων και μισαλλόδοξων ηγετών στο πλαίσιο της σύγχρονης τεχνοκρατικής κοινωνίας. Η θεματική της ταινίας είναι η ίδια που διατρέχει όλες τις ταινίες του Kubrick: η δυνατότητα του ανθρώπου τόσο για (αυτό-)καταστροφή όσο και για (αυτό-)δημιουργία, το «οὐδέν ἀνθρώπου δεινότερον» του Σοφοκλή, για αυτό και κρύβει κάτω από σαρδόνιο χιούμορ της τον φόβο και την αγωνία της πιθανής της επαλήθευσης.




Φίλιππος Β. Φίλιος